skip to Main Content

Ο Βασίλης Λούλης (1901-1972) έζησε «εξοστρακισμένος κοινωνικά και αποσυνάγωγος πολιτικά» και ο ίδιος μας παρουσιάζει στο ακόλουθο βιογραφικό την ταπεινή διαδρομή της ζωής του:
«Γεννήθηκα στην Κύμη το 1901. Σε ηλικία 11 χρονών αναγκάστηκα από τη φτώχεια να φύγω για την Αθήνα, όπου δούλεψα 5 χρόνια υπηρέτης σ’ ένα σπίτι και συνέχισα το σχολείο στη νυχτερινή σχολή του «Παρνασσού» για τα άπορα παιδιά. Δούλεψα άλλα τρία χρόνια ακόμα στην Αθήνα, υπάλληλος σε γραφείο και σε κατάστημα, και ύστερα μπήκα στη θάλασσα. Δούλεψα 21 χρόνια με τα φορτηγά βαπόρια, αλλά το 1939 αρρώστησα και έφυγα αναγκαστικά. Μου δώσανε μια μικρή σύνταξη, 900 δραχμές το μήνα, και μ’ αυτή τη σύνταξη ζω μόνος, δεν παντρεύτηκα.
Πήρα μέρος στην Αντίσταση και έχω τώρα το σχετικό φάκελο στην Αστυνομία και τις συνέπειές του.
Δεν έκανα τίποτα άλλα στη ζωή μου. Πρωτοδημοσίεψα σε λαϊκά περιοδικά της Αθήνας αρκετά πεζοτράγουδα κατά το διάστημα 1921-1924 που ήμουν ναύτης στο Πολεμικό Ναυτικό, ευτυχώς με το ψευδώνυμο Γιάννης Αρμένης (νεανικαί αμαρτία!). Τα χρόνια που δούλεψα στα βαπόρια, πολλές φορές έγραψα αλλά δεν έστειλα σε εφημερίδα ή περιοδικό ποτέ τίποτα, τα πέταγα στη θάλασσα όσα έγραφα. Είχα τη γνώμη ότι ήταν μεγάλη αναίδεια με τα λίγα γράμματα που είχα μάθει να θέλω να παραστήσω το συγγραφέα. Το καλοκαίρι του 1947 εδώ στην Κύμη το μαχαίρι έφτασε στο κόκαλο — που λένε, η ζωή έγινε μαρτύριο. Για να μην τρελαθώ ξανάρχισα το γράψιμο.
Από τότε δημοσίεψα αρκετά διηγήματα στα «Ελεύθερα Γράμματα» 47-49 και αργότερα στην «Επιθεώρηση Τέχνης» 55-57. Επίσης δημοσίεψε τη νουβέλα μου Ρουθ η εφημερίδα «Δημοκρατική» σε συνέχειες το 1952. Το 1951 έβγαλα την Εκάβη στην Αθήνα. Έχω αρκετή δουλειά ανέκδοτη, που δεν την έστειλα στην Αθήνα ακόμα».

Back To Top