skip to Main Content

Κάποτε τέθηκε το ερώτημα το τι σημαίνει Καβάφης: και παρότι η ανιψιά του Χαρίκλεια Βαλιέρι Καβάφη απάντησε με βεβαιότητα ότι σημαίνει ποιητής – ρημαδόρος, στιχοπλόκος η έρευνα στο τουρκοαγγλικό λεξικό Redhouse αποκάλυψε άλλα. Αναφέρει λοιπόν το λεξικό ότι: «καβαφί» είναι ο λόγιος πληθυντικός της λόγιας λέξης «καφιγιέ», που σημαίνει «ρίμα». Άρα «καβαφὶ» σημαίνει «ρίμες, ομοιοκαταληξίες». Η παράγωγη λέξη «καφιγιετζὶ» σημαίνει τον ριμαδόρο, τον στιχοπλόκο, όπως και οι λόγιες λέξεις «καφιγιεπερντὰζ» και καφιγιεσενέ, ενώ «καφιγιελὶ» σημαίνει ο ομοιοκατάληκτος και «καφιγιεσὶζ» ο ανομοιοκατάληκτος, εκείνος που δεν κάνει ρίμα.
Όμως το kavaf, καταλήγει η έρευνα σ’ αυτό είναι:
«παραφθορὰ του αραβικού χαφφάφ και σημαίνει τὸν παπουτσή, τὸν κατασκευαστή η πωλητή φτηνοπάπουτσων. Οι παράγωγες λέξεις σημαίνουν τη φτηνοδουλειά, το τσαγκάρικο, το μαγαζί των ετοιματζήδικων παπουτσιών, καθώς και το απούλητο απόθεμα του μαγαζιού αυτού. Τι σημαίνει, λοιπόν, «Καβάφης»; «Ομοιοκαταληξίες» ή «παπουτσής»; Σίγουρα το δεύτερο. Ταπεινής καταγωγής ήταν λοιπόν και το σόι των Καβάφηδων».
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης του Πέτρου και της Χαρίκλειας γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1863 στην Αλεξάνδρεια, και όπως η ανιψιά του σχολίασε, «τελείωσε την τη ζωή του στις 29 Απριλίου του 1933, σ’ ένα μακρόστενο φέρετρο τοποθετημένοστην εκκλησία του Αγίου Σάββα όπου οι καμπάνες χτυπούσαν αραιά και πένθιμα…».
Γόνος εύπορης οικογένειας με πλούσια παιδικά χρόνια. Μας πληροφορεί ο ίδιος ότι ο πατέρας του Πέτρος – Ιωάννης:
«εκέρδιζε πολλά και τα εξόδευεν αφθόνως βαστώντας στην κοινωνία υψηλό βαθμό μεγαλεμπόρου». Ο θάνατός του όμως και ο οικονομικός ξεπεσμός της οικογένειας αναγκάζουν την μητέρα του να μετακομίσει στο Λίβερπουλ (1872) όπου και ο Καβάφης σπουδάζει σε αγγλικό σχολείο. Αργότερα, το 1878, συνεχίζει τις σπουδές του στην Αλεξάνδρεια μεταξύ του Λυκείου «Ερμής» και των τοπικών δανειστικών βιβλιοθηκών.
Το 1882 θα βρεθεί με την οικογένειά του για τρία χρόνια  στην Κων/πολη. Το 1885 επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια όπου εργάζεται ως χρηματομεσίτης, ως δημοσιογράφος, ως άμισθος γραμματέας στο Γραφείο Αρδεύσεων, αρχικά, και ως έκτακτος έμμισθος υπάλληλος αργότερα και για 30 χρόνια μέχρι το 1922 «που επιτέλους απελευθερώθηκε από αυτό το μισητό πράγμα».
Στην Αλεξάνδρεια κατοικεί με τη μητέρα του και τους αδερφούς του Παύλο, γνωστός ως «ο ομοφυλόφιλος», και Ιωάννη-Κωνσταντίνο ή Τζων, γνωστός ως «ο ποιητής». Μετά τον θάνατο της μητέρας του (1899) και την μετακόμιση, του μεν Ιωάννη-Κωνσταντίνου, στο Κάιρο και του Παύλου στο εξωτερικό ο Καβάφης στα 45 του, χωρίς οικογένεια μένει για πρώτη φορά μόνος στη ζωή. Η ζωή του άλλαξε άρδην. Ασχολείται με αφοσίωση στην ποίηση και ελαχιστοποιεί τον κοσμικό του βίο. Ο Καβάφης έχει αδυναμία στις δύο ανιψιές του Χαρίκλεια και Ελένη–Αγγελική καθώς και στον γιο της μοδίστας της ανιψιάς του Χαρίκλειας, Ελένη Σεγκοπούλου.
Ο Αλέκος Σεγκόπουλος έτυχε της ιδιαίτερης φροντίδας και αγάπης του Καβάφη και απόδειξη αυτού αποτελεί ότι τον κατέστησε κληρονόμο του. Η δε «φυσιογνωμική ομοιότητά τους, οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα ότι ο Σεγκόπουλος
ήταν γιος του Καβάφη, ενδεχόμενο το οποίο δεν μπορεί να αποκλειστεί, αφού (σύμφωνα με την πρώτη σύζυγο του
Σεγκόπουλου, Pίκα) ο Κωνσταντίνος δεν ήταν αποκλειστικά ομοφυλόφιλος. Εξίσου πιθανό είναι το ενδεχόμενο ο Αλέκος να ήταν ο νόθος γιος ενός αδελφού του Καβάφη, το οποίο θα αιτιολογούσε το γεγονός ότι οι δυο άνδρες δεν μίλησαν ποτέ για την ιδιάζουσα σχέση τους».
Πέρα από τις ερωτικές του προτιμήσεις ο Καβάφης ήταν φιλοχρήματος και φιλόδοξος άνθρωπος. Γνωρίζουμε ότι έπαιζε τυχερά παιχνίδια, συνήθεια που του επέτρεπε να ζει άνετα μέχρι το τέλος της ζωής του. Αναφέρει η ανιψιά του Χαρίκλεια σχετικά με τον φιλοχρήματο χαρακτήρα του πως:
«… αυτό το χαρακτηριστικό του ήταν η αιτία της διχόνοιας που επήλθε μεταξύ τους κατά το άνοιγμα της διαθήκης του Τζων, όταν είδε πώς αυτός θα έμενε έξω από την περιουσία των αδελφών του. Ήλθε στο σπίτι μου, για να μου πει ότι ο Τζων τον είχε αποκληρώσει. Του απάντησα ότι δεν ήμουν υπεύθυνη γι’ αυτό εγώ. Και πρόσθεσε: Φύλαξε καλά αυτή την περιουσία γιατί άλλην δεν πρόκειται πια να πάρεις. Του απάντησα πώς ούτε και περιμένω. Όταν αρραβωνιάστηκα, ήρθε να με δει και η ματαιοδοξία του μου φάνηκε πολύ ικανοποιημένη, αλλά οι σχέσεις μας παρέμειναν ψυχρές».

Ο Καβάφης ήταν εξαιρετικά ιδιόρρυθμος άνθρωπος: Άξια αναφοράς είναι τα σχόλια συγκαιρινών του:
«Έστιλβαν τα κατάμαυρα μαλλιά του, η κάτασπρη χωρίστρα του, τα μάτια του πίσω απ’ τα ματογυάλια, το μελαχρινό πετσί του, τα στολίδια του, τα ρούχα του όλα. Η ομιλία του πολύ αλλιώτικη απ’ τη δική μας εδώ, μου φάνηκε λιγάκι επιτηδευμένη. Δεν μιλούσε ελεύθερα. Στεκόταν θα ’λεγες, να βρίσκει ή να διαλέγει τις λέξεις. Σύνολο ωστόσο πολύ ιδιόρρυθμο, πολύ συμπαθητικό και πολύ επιβλητικό. Τέτοιος ήταν εκείνο τον καιρό ο Καβάφης».
«…μιλούσε θαυμάσια ελληνικά, χωρίς να τα συγχέει με καμιά άλλη γλώσσα*, χωρίς καμιά ξενική προφορά…αυτά -ουζάκια, ελιές και χαριτολογίες- συνέβαιναν το απόγευμα, γιατί ήθελε να κερδίσει συμπάθειες, το βράδυ ήταν ένας τρομερά σνομπ και σοβαρός ευπατρίδης που έπινε το ουίσκι του στο καζίνο, παρέα με ανθρώπους της τάξης του, παντελώς αδιάφορος για τους λογοτεχνίσκους» .
«Δεν πρέπει να πλύθηκε ποτέ στη ζωή του. Ερχόταν πελάτης στην τράπεζα που δούλευα και βρόμαγε από μακριά, κι ας έβαζε φτηνά αρώματα» .
Ο Τίμος Μαλάνος που έτρεφε μεγάλη εκτίμηση στο πρόσωπο του, στις «Απόκρυφες σελίδες» δεν του χαρίζεται. Από μια συνάντησή τους, το 1916 αναφέρει σχετικά: «Το ότι ο Καβάφης πενήντα τεσσάρων μόλις χρονών δεν είχε τα δόντια του, τίποτα το περίεργο. Λίγοι νέοι και νέες δεν έχασαν πρόωρα τα δικά τους; Το περίεργο με τον Καβάφη είναι άλλο. Το πώς αυτός ένας εραστής του Ωραίου, παρ’ όλο που ήξερε την αστάθεια της οδοντοστοιχίας του, δεν απέφευγε να τρώει κουρμάδες μπροστά σε άλλους!».

Ο Καβάφης σήμερα στέκει διαχρονικός, παγκόσμιος στο ποιητικό στερέωμα και λοξοκοιτάει με βλέμμα γεμάτο απορία και ίσως αλαζονεία τους μελετητές του. Τους μελετητές όχι μόνο των 154 ποιημάτων που εκείνος έκρινε με αυστηρότητα να μας κληροδοτήσει, αλλά και των πεζών και των αποκηρυγμένων του.
Ο Καβάφης ο γόνος της τελειομανίας που κατά την Χαρίκλεια Βαλιέρι Καβάφη «…έγραφε ένα-δύο ποιήματα το χρόνο. Τρία, το πολύ. Τα έγραφε, τα διόρθωνε, τα ξαναδιόρθωνε, τα έσβηνε, τα ξανάγραφε. Τυραννιούντανε για να τα γράψει. Ήθελε να είναι τέλεια. Δεν ήταν η σκέψη που του έλειπε, ήτανε πώς να τα γράψει τέλεια. Εγώ ήμουνα σπίτι του – πήγαινα πολύ συχνά σπίτι του, και στο τελευταίο σπίτι που κατοικούσε, οδός Lepsius – και διάβαζα τα βιβλία που είχε. Έγραφε κι έπειτα το ξεσκούσε. Ξανάγραφε και το ‘πιανε και το ‘κανε μια μπάλα και το ‘ριχνε με θυμό μες στο πανέρι. Τον έπιαναν τα νεύρα του. Έπειτα σηκωνούντανε τα μαλλιά του επάνω, έτσι. Κι έκανε τα χέρια του έτσι, και τα σήκων’ απάνου κι έκανε: αααα! Είχε τρομερά νεύρα. Σηκωνούντανε τα μαλλιά, είχε σγουρά μαλλιά, όλοι οι 
Καβάφηδες είχαν σγουρά μαλλιά. Λοιπόν, σηκωνούντανε τα μαλλιά κι έλεγε αααα και τα τραβούσε. Είχε νευρική κατάσταση. Οι Καβάφηδες ήταν όλοι νευρικοί. Είχαν και τη συνήθεια του δυνατού τσαγιού, το οποίον τους έκαμνε και γινούνταν σα δαίμονες από το θυμό».
Ο Καβάφης ο ποιητής των ρεπορτάζ απ’ τους αιώνες, κατά τον αντιπαθή προς αυτόν Παλαμά (Παρλαμά τον αποκαλούσε
λόγω της πολυλογίας του), ο χλευαστικός, ο σνομπ, ο απλησίαστος, ο τηρών εν απολύτω τάξη τα της τέχνης του και  όχι μόνο, ο φιλόσοφος – ποιητής με την εμφάνιση γλωσσομαθή εμπόρου (Παναθήναια, Γρηγ. Ξενόπουλου, 1901).
Ο Καβάφης ο σχολαστικός, ο εκδότης της «ΑλεξανδρινήςΤέχνης», ο πολυμεταφρασμένος, ο επηρμένος σίγουρα  ταύτισε το επίθετό του με την έννοια του Ποιητή και όχι με εκείνη του τσαγκάρη, με την διασπορά του ελληνισμού και τον αυτόκλητο λακωνικό υπηρέτη της ποιήσεως έλεγε, και πόσο δίκιο είχε!: «Πόσες φορές μες στην δουλειά μου μ’ έρχεται μια ωραία ιδέα, μια σπάνια εικόνα, σαν ετοιμοκαμωμένοι αιφνίδιοι στίχοι, και αναγκάζομαι να τα παραμελώ, διότι η υπηρεσία δεν αναβάλλεται. Έπειτα σαν γυρίσω σπίτι μου, σαν συνέλθω κομμάτι, γυρεύω να τ’ ανακαλέσω αλλά πάνε πια. Και δικαίως. Μοιάζει σαν η Τέχνη να με λέγει «Δεν είμαι μια δούλα εγώ· για να με διώχνεις σαν έρχομαι, και να ’ρχομαι σαν θες. Είμαι η μεγαλύτερη Kερά του κόσμου. Και αν με αρνήθηκες, προδότη και ταπεινέ, για το ελεεινό σου καλό σπίτι, για τα ελεεινά σου καλά ρούχα, για την ελεεινή καλή κοινωνική σου θέση, αρκέσου μ’ αυτά λοιπόν, (αλλά πού μπορείς ν’ αρκεσθείς) και με τες λίγες στιγμές που όταν έρχομαι συμπίπτει να είσαι έτοιμος να με δεχθείς, βγαλμένος στην πόρτα να με περιμένεις, όπως έπρεπε να είσαι κάθε μέρα».

…Με αυτές τις σκέψεις ο ποιητής των Τειχών, του Όσο Μπορείς, των Θερμοπυλών, των Κεριών, του Che Fece, Il Gran Rifiuto, των Φωνών, της Νοήσεως, και των άλλων αριστουργημάτων του περιμένει εμάς τους βαρβάρους σαν κάποια λύση στο μεγάλο τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή…

* Ο Καβάφης μιλούσε άπταιστα αγγλικά, γαλλικά, ελληνικά ολίγα ιταλικά και αραβικά.

Back To Top