skip to Main Content

Έλεγε ο Παλαμάς για αυτόν ότι «έτρεφεν ιδιάζουσαν προτίμησιν προς το μέλαν χρώμα, ως αρμοζόμενον προς το μελαγχολικόν του χαρακτήρος του, και είχε την μανίαν δι’ αυτού να επιχρίει τα έπιπλά του». Γνωρίζουμε από πηγές ότι ήταν άνθρωπος μοναχικός και ευερέθιστος στις κοινωνικές και επαγγελματικές του συναναστροφές και σίγουρα ιδιόρρυθμος αν κρίνουμε από τις αποφάσεις του να αυτοεξοριστεί στην Αγγλία, να σιωπήσει λογοτεχνικά και να μην μας κληροδοτήσει ούτε ένα πορτρέτο του. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν πως πρόκειται περί μίας προσωπικότητας εξορισμένης μέσα στην κοινωνία, μέσα στην πατρίδα του και πέρα από τον χρόνο.

Μυστήριο καλύπτει την ζωή του Κάλβου, την δράση του και την ποιητική του σιωπή. Μυστήριο καλύπτει τον μοναδικό ποιητικό του λόγο, την ιδιόρρυθμη ποιητική του έκφραση, αρχαιοπρεπή με επιμιξίες γλωσσικών λαϊκών στοιχείων, πινδαρική και ομηρική συνάμα, καθώς και την επαναστατική του δράση και τις σχέσεις του με την κοινωνία των καρμπονάρων στην Ιταλία.

Κι αυτό το μυστήριο, που δεν το συνοδεύει κάποιο μεταφυσικό φαινόμενο, οφείλεται στην 60χρονη λήθη στην πολύχρονη περιφρόνηση που γνώρισε από τους συγκαιρινούς του, μέχρι το 1889.

Τότε ο Κωστής Παλαμάς σε διάλεξή του με τίτλο «Κάλβος ο Ζακύνθιος στον «Παρνασσός» θέτει στο φως το έργο του παρουσιάζοντάς τον ως μια κορυφαία ποιητική προσωπικότητα του 19ου αι.. Από τότε έως σήμερα εκατοντάδες μελέτες και αφιερώματα ασχολούνται με αυτόν τοποθετώντας τον στο ύψος που του πρέπει

ΕΡΓΟ

Ο τολμηρός καλβικός ποιητικός λόγος βρίσκει όχημα έκφρασης το ιαμβικό μέτρο1 (1.δηλ. κάθε μετρικό πόδι είναι συνδυασμός μιας άτονης και μιας τονισμένης συλλαβής) και το ανομοιοκατάληκτο πεντάστιχο. Οι πρώτοι τέσσερεις στίχοι τονίζονται σταθερά στην έκτη συλλαβή και είναι επτασύλλαβοι παροξύτονοι, είτε οκτασύλλαβοι προπαροξύτονοι, είτε εξασύλλαβοι οξύτονοι, ενώ ο τελευταίος κατά κανόνα είναι πεντασύλλαβος παροξύτονος. Το μετρικό του σύστημα στηρίζεται στην αρμονία της περιόδου και όχι του στίχου, γιατί οργανώνει τον ποιητικό ρυθμό με βάση όχι τη μουσικότητα των λυρικών ποιημάτων αλλά τον εσωτερικό ρυθμό της ιταλικής δραματικής ποίησης2 (2. Ευριπίδη Γαραντούδη: Πολύτροπος αρμονία: Μετρική και ποιητική του Κάλβου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1996, σελ. 313.).

Ιδιοφυής ο λόγος του και παράλληλα μοναδικός αποτελεί ποιητικό ανεπανάληπτο, αφού ούτε μιμητές βρήκε, ούτε γνώρισε την εποχή που έζησε ο δημιουργός του την απήχηση που είχε ο σύγχρονός του Δ. Σολωμός.

Και ήταν απόλυτα φυσικό αφού η ποίησή του δεν είναι άμεση και δεν αντανακλά το πνεύμα του καιρού του, δεν πηγάζει από την καρδιά της κοινωνίας.

Έχοντας δανειστεί, δημώδεις τύπους και ιδιωματικά στοιχεία της καθομιλούμενης νεοελληνικής γλώσσας, χυδαίας και αγοραίας κατά τους λόγιους, εμπλουτισμένη με ομηρικές λέξεις3, «υψηλές εικόνες, ανάλογες με την μεγάλη στιγμή την οποία πάει να υμνήσει»4, «φραστικούς τρόπους, καθώς είναι πολύ χαρακτηριστική η τοποθέτηση του άναρθρου επιθέτου μετά το ουσιαστικό»5 αλλά και θρησκευτικά στοιχεία δημιουργεί το γλωσσικό ένδυμα της ποιητικής του σκέψης.  (3. Από τις 2000 λέξεις των ωδών το 85%, περίπου, είναι τυπικά αρχαίες)  (4.5. εκδ. Ίκαρος Δημαράς)

Χωρίς καμία αμφιβολία γοητεύει η ανάγνωσή της, μα πιο πολύ η ανακάλυψη σε κάθε νέα ανάγνωση της μίας νέας έξαρσης, μίας νέας εικόνας, παρομοίωσης, αντίθεσης μιας νέας ιδέας προσεκτικά κρυμμένης στον καλβικό λαβύρινθο. Και γοητεύει μόνον εάν αναγνωστεί υπό το πρίσμα ή το φίλτρο πως ή αντιποιητικότητά του είναι εντέχνως πλασμένη με συνοχή και σκοπό να επιβληθεί στον αναγνώστη του, πως είναι λακωνική αλλά πλήρης οραματισμών και επικών ιδεών και πως προϋποθέτει από τον αναγνώστη του να ’ναι «πολίτης εις των ιδεών την πόλι». Γοητεύει και ορισμένες φορές παρασύρει αυτός ο τόσο άγνωστος μεγάλος Έλληνας, που με τις είκοσι ωδές του μας κληροδότησε το λογοτεχνικό παράδοξο που έχει χαρτογραφηθεί στην ποιητική συνείδηση της ελληνικής λογοτεχνίας.

Είκοσι ωδές, αυτό είναι όλο του το έργο στην ελληνική, γέννημα ενός μελαγχολικού παρία, υπερόπτη και ταυτόχρονα φυγά της ζωής. Είκοσι ωδές δημοσιευμένες η μεν πρώτη, η Λύρα, στην Γενεύη το 1824 η δεύτερη δε, τα Λυρικά, στο Παρίσι το 1826. Μόνο θέμα των ωδών του η Ελληνική Επανάσταση και ο αγώνας των Ελλήνων για την ελευθερία που ο ίδιος αντιμετώπιζε ως ύψιστη Αρετή.

Οι καλβικές ωδές απευθύνονταν κατά την άποψη μελετητών του στους Ευρωπαίους φιλέλληνες, αφού έτσι ήθελε να τους καταστήσει κοινωνούς της δυσαρέσκειάς του για τον τρόπο που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις χειρίζονταν το ελληνικό ζήτημα, την ελληνική επανάσταση.

Οι Ωδές του πότε συνοπτικά και πότε αναλυτικά απαρτίζονται από προοίμιο,  συχνά αντίθετο ως προς το περιεχόμενο με την υπόλοιπη ωδή, κυρίως μέρος και επίλογο, συνήθως διατυπωμένο αποφθεγματικά.

Έχοντας πλήρη συνείδηση της ιδιαιτερότητας της γλώσσας που χρησιμοποιεί στην Λύρα ο Κάλβος περιέλαβε και ένα μικρό ερμηνευτικό λεξικό με τίτλο «Σημειώσεις και πίναξ λέξεων και φράσεων», προκειμένου να διευκολυνθεί ο αναγνώστης στην κατανόηση των ποιημάτων του. Στο κείμενο «Επισημείωσις», που ακολουθεί του «Πίνακα», ο Κάλβος επεξηγεί το επίσης ιδιόμορφο για τα ελληνικά δεδομένα σύστημα προσωδίας που ακολουθεί, προκειμένου να επιτύχει την περίφημη «πολύτροπο αρμονία».6

(6. http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/biography.html?cnd_id=5)

 

ΒΙΟΣ

Ο Ανδρέας Κάλβος πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Κάλβου κερκυραίου αξιωματικού του βενετικού στρατού γεννιέται το Μάρτιο του 1792  στη Ζάκυνθο από την Αδριανή Ρουκάνη, που καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Ζακύνθου και ζει εκεί την πρώτη δεκαετία της ζωής του. Το 1802 ο Κάλβος και ο αδελφός του αναγκάζονται να ακολουθήσουν τον πατέρα τους στο Λιβόρνο της Ιταλίας αφού οι γονείς τους χώρισαν. Ο χωρισμός αυτός από τη μητέρα του θα είναι και οριστικός η οποία το 1815 πέθανε χωρίς ο Ανδρέας να την ξαναδεί.

Στο Λιβόρνο κατά κάποιες πηγές διατελεί γραμματέας ενός Ζωσιμά και έρχεται σε επαφή με την λογοτεχνία. Η συσχέτιση του με τον διάσημο συμπατριώτη του  Ούγκο Φόσκολο αποδείχθηκε Καθοριστική ,για την πνευματική του διαμόρφωση  αλλα και για την ζωή του. Στιχουργεί στα ιταλικά μεταφράζει και τον ακολουθεί στην Ευρώπη τον αυτοεξόριστο για λόγους πολιτικής δίωξης Foscolo. Με ένα σύντομο σταθμό στη Γενεύη ο Κάλβος βρίσκεται στο Λονδίνο, όπου ζει τα χρόνια από το 1816 ώς το 1819: βοηθάει τον Foscolo στο έργο του ως αντιγραφέας (-1817) και παραδίδει μαθήματα ελληνικής και ιταλικής γλώσσας, εκδίδει μάλιστα μια σειρά ιταλικών μαθημάτων σε τέσσερα μέρη, ενώ ως δημόσιος ομιλητής σε μια σειρά διαλέξεων κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί αναπτύσσει θεωρητικά την ιδέα της διαχρονικής ενότητας του νέου ελληνικού κόσμου με το ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν μέσω της γλώσσας.

Το 1819 ο Κάλβος παντρεύτηκε την Τερέζα Τόμας, η οποία πέθανε ένα χρόνο αργότερα, όπως και η κόρη τους. Η ερωτική σχέση που σύναψε με μια μαθήτρια του, τελείωσε άδοξα. Απελπισμένος, προσπάθησε να αυτοκτονήσει, αλλά δεν τα κατάφερε.

 Το 1820 εκδίδεται στο Λονδίνο η πρώτη εκτεταμένη δοκιμή νεοελληνικής γραφής του Κάλβου. Πρόκειται για τη μετάφραση των κειμένων που θα αποτελέσουν το Βιβλίο Δημοσίων Προσευχών της Εκκλησίας των Αγγλικανών, όπου περιέχονται και οι «Ψαλμοί του Δαβίδ». Η ενασχόληση αυτή του Κάλβου συμβάλλει σημαντικά στην ανάπτυξη προσωπικού ύφους: η γλώσσα των ευαγγελιστών και των αποστόλων αποτελεί μια νέα πηγή πλουτισμού του γλωσσικού του ιδιώματος που λειτουργεί καταλυτικά. Εν τω μεταξύ οι διασυνδέσεις του με τον κύκλο του ιταλόγλωσσου περιοδικού L’Ape Italiana μαρτυρούν ότι, πέραν της σχέσης του με τον Foscolo, ο Κάλβος σχετίζεται ευρύτερα με τον κύκλο των Ιταλών πολιτικών εξόριστων που ζούσαν στο Λονδίνο.

Μέσα σ’ αυτές τις ενασχολήσεις βρίσκει τη θέση της και η πρώτη ελληνόφωνη ωδή που εκδίδεται αυτοτελώς το 1819 με τίτλο «Ελπίς πατρίδος» και αποτελεί ένα αρκετά όψιμα ανακαλυφθέν τεκμήριο των καλβικών ερευνών: τη φέρνει στο φως μόλις το 2003 η έρευνα του Λεύκιου Ζαφειρίου σε βιβλιοθήκη της Γλασκώβης.

Ήδη στην πρώτη στροφή παρατηρούμε την εμφάνιση στην ποίηση του Κάλβου της έκφρασης του λυρικού εγώ: συγκρατημένη ακόμα διάνοιξη προς την περιοχή του αυτοπροσδιορισμού του ποιητικού υποκειμένου. Διαμεσολαβητής ανάμεσα στις μούσες και τους ανθρώπους ο ποιητής θα αναλάβει από την έβδομη στροφή και μετά έναν ακόμα σημαντικότερο ρόλο απευθυνόμενος προσωπικά στον ίδιο το θεό. Η δραστική παρουσία της ολοένα και αυξανόμενης αυτοσυνειδησίας του ποιητικού υποκειμένου αποκτά στην τελευταία πλέον στροφή του ποιήματος καταλυτικό ρόλο: στην περίπτωση που δεν ευοδωθεί η ελπίδα της ελευθερίας για την πατρίδα, η λύση που προτείνεται αντλεί το ηθικό της βάρος από τη διαθεσιμότητα του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στο θάνατο.

Η ποίηση έχει ήδη μετατραπεί για τον Κάλβο σε φορέα του ηρωικού συνθήματος «ελευθερία ή θάνατος».

Τόσο η αυξανόμενη αυτοσυνειδησία του ποιητικού υποκειμένου όσο και η ηρωική επιλογή της ελευθερίας με τίμημα το θάνατο αποτελούν ενδείξεις ενός ρομαντικού προσανατολισμού. Η ποιητική σκευή του νεαρού Κάλβου συνίστατο ώς το σημείο αυτό του βίου του, της μετάβασης στην Αγγλία, κυρίως στη σχέση του με τον ιταλικό νεοκλασικισμό και στη σχετική επιρροή που ασκούσε πάνω του ο Ugo Foscolo. Το συγκεκριμένο ποίημα μαρτυρεί πόσο νωρίς βρήκαν τη θέση τους τα διδάγματα του αγγλικού ρομαντισμού στην ποιητική συνείδηση του Κάλβου και συμβάλλει στην πιστοποίηση ενός από τα πλέον βασικά γνωρίσματα της τεχνοτροπίας των καλβικών ωδών[2]: της σύζευξης νεοκλασικισμού και ρομαντισμού. Ωστόσο ακόμα και η σχέση μαθητείας που συνδέει τον Κάλβο με τον Foscolo αποτελεί, ως ένα σημείο, ασφαλές τεκμήριο της διεύρυνσης των αισθητικών του αντιλήψεων πέραν του νεοκλασικισμού. Η επαφή του Foscolo με τον πριμιτιβισμό του αγγλικού προ-ρομαντισμού του αποκαλύπτει ως ένα σημείο μια νέα διάσταση στην ποιητική τάση αναβίωσης της αρχαιότητας, παρόλο που δε θα αποτελέσει την τελική επιλογή του στο αισθητικό ζήτημα της επιστροφής στο παρελθόν. Ακόμα και έτσι επιφυλακτική η επαφή του Foscolo με τον αγγλικό προ-ρομαντισμό τροφοδοτεί σε μεγάλο βαθμό έργα του όπως Οι Τελευταίες επιστολές του Τζιάκοπο Όρτις (1801) και οι Τάφοι (1807) και λειτουργεί σίγουρα προπαιδευτικά για το νεαρό Κάλβο.

Εύστοχα λοιπόν ο Κ. Θ. Δημαράς το 1946, στη μελέτη του «Πηγές της έμπνευσης του Κάλβου», όταν διατυπώνει την άποψή του για τη σημασία του τάφου στην καλβική ποίηση θίγει παράλληλα και το ζήτημα της φωσκολιανής καταγωγής του προφανέστατα ρομαντικού συμβόλου (Δημαράς, 1982: 103). Η σημασία της μελέτης ωστόσο βρίσκεται στο ότι επιχειρεί πρώτη να αντικρούσει φιλολογικά την άποψη όσων ώς εκείνη τη στιγμή είχαν υποστηρίξει ότι ο Κάλβος ως πινδαρικός ποιητής «εβδελύσσετο τον ρομαντισμόν». O Δημαράς εγκαινιάζει έτσι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια στην πρόσληψη της ποίησης του Κάλβου. Αρκετά χρόνια μετά, το 1987, ο αντιρρητικός τόνος έναντι της ανακάλυψης του Δημαρά εκφράζεται στο μελέτημα του Δ. Τζιόβα «Νεοκλασικές απηχήσεις και μετωνυμική δομή στις Ωδές του Κάλβου». Μετά και αυτή την παρέμβαση είναι απολύτως σαφές ότι μια μονόπλευρη θεώρηση της ποίησης του Κάλβου ως αποκλειστικά νεοκλασική ή ρομαντική θα ήταν άτοπη. Έχουν ωστόσο ενδιαφέρον οι διαφορετικές κατά καιρούς τοποθετήσεις μελετητών που επιλέγουν να ενισχύσουν είτε τον νεοκλασικό χαρακτήρα των ωδών, φωτίζοντας την επίδραση που δέχεται ο Κάλβος από τον ιταλικό κλασικισμό (Γαραντούδης) και μελετώντας την ιταλόγλωσση περιοχή της δημιουργίας του (Πασχάλης), είτε τα στοιχεία εκείνα που τον φέρνουν πιο κοντά στον ρομαντισμό (Γεωργαντά).

Η διερεύνηση ωστόσο των γραμματολογικών διχογνωμιών δεν κρίνεται εδώ τόσο επείγουσα. Προέχει να κατανοήσει κανείς πώς η καλβική ποιητική ιδιοτυπία προκύπτει από την ιδιόμορφη σύγκλιση ενός κηρύγματος επιστροφής προς τα αρχαία ιδανικά, διδακτισμού και γλωσσικού αρχαϊσμού με τα εξίσου έντονα στοιχεία αυτοσυνείδησης και αυτοπροσδιορισμού, μελαγχολικής διάθεσης και οραματισμού. Ο Κάλβος, ένας μεγάλος ποιητής του 19ου αι., δεν θα μπορούσε να αρκεστεί στα διδάγματα του όψιμου νεοκλασικισμού και να απορρίψει τον αρχόμενο προ-ρομαντισμό. Δεν θα μπορούσε όμως επίσης να αρνηθεί μια μεγάλη καλλιτεχνική παράδοση, την κλασική, της οποίας ένιωθε διπλός φορέας όντας ιταλοθρεμμένος Έλληνας. Η δημιουργική σύζευξη και συγχώνευση νεοκλασικισμού και ρομαντισμού είναι που παρήγαγε την ποίηση των Ωδών, μια ποίηση που ανταποκρίνεται σε ποικίλες εξωτερικές επιδράσεις και φανερώνει πολυάριθμες εσωτερικές αναγκαιότητες.

Η οριστική ρήξη στη σχέση του Κάλβου με τον Foscolo, ο γάμος του με την Αγγλίδα Teresa Thomas, ο θάνατος της γυναίκας του και της κόρης του σε βρεφική ηλικία είναι τα σημαντικά γεγονότα που σφραγίζουν αυτή την εποχή την προσωπική ζωή του Κάλβου.

Επιστρέφει στην Ιταλία το 1820 και τον Απρίλη του 1821, λίγο πριν ξεσπάσει η ελληνική  επανάσταση, εξορίστηκε από την Φλωρεντία και κατέφυγε στη Γενεύη της Ελβετίας όπου έζησε για 4 χρόνια, ως το 1825, επειδή κατηγορήθηκε για συμμετοχή στη μυστική, επαναστατική, παράνομη  οργάνωση των Καρμπονάρων, που αγωνιζόταν για τα δημοκρατικά ιδεώδη και την απελευθέρωση των ευρωπαϊκών λαών

Μετά την έκδοση των δυο ποιητικών συλλογών του ο Κάλβος ταξιδεύει στην επαναστατημένη Ελλάδα και από εκεί στην Κέρκυρα, όπου θα μείνει μέχρι το 1852. Ζει κυρίως παραδίδοντας ιδιωτικά μαθήματα, αρθρογραφεί σε τοπικές εφημερίδες και, όσο μπορούμε να γνωρίζουμε, δεν ξαναγράφει ποτέ ποίηση. Ο Σολωμός φτάνει από τη Ζάκυνθο δυο χρόνια μετά, το 1828, για να συνθέσει στην Κέρκυρα το πιο σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας του. Δεν μπορούμε να ξέρουμε με ασφάλεια αν αληθεύει η φήμη που τους θέλει να μη συναντιούνται ποτέ. Είναι ωστόσο ενδεικτική της ποιητικής απόστασης που χωρίζει τους δύο μεγάλους ποιητές του ελληνικού 19ου αι. και μάλλον μεταφράζεται και με όρους διαφορετικής πρόσληψης από το κοινό της εποχής. Γιατί δεν είναι μόνο η κοινωνική διαφορά, του κόμη και του επαγγελματία λόγιου, που τους χωρίζει· αυτό που πέτυχε ο Σολωμός με τους λίγους αυτή την εποχή δημοσιευμένους στίχους του, σε επίπεδο αναγνώρισης ή προσδοκίας, δεν το πέτυχε ο Κάλβος, που περισσότερο ξάφνιασε με τις Ωδές του και λιγότερο έπεισε για την ποιητική τους αξία.

Στο διάστημα της παραμονής του στην Κέρκυρα ο Κάλβος διατελεί τρεις φορές καθηγητής της Ιονίου Ακαδημίας. Η ανακάλυψη και έκδοση (2002) από τον Παναγή Αλιπράντη του κειμένου χειρόγραφων σημειώσεων ενός από τους μαθητές του Κάλβου που περιέχει τα μαθήματα του ποιητή κατά την εποχή της τελευταίας καθηγεσίας του στην Ιόνιο Ακαδημία, φωτίζει περισσότερο τη διανοητική ενασχόληση αυτής της εποχής. Η φιλοσοφική αισθητική του Κάλβου, όπως προκύπτει από τις παραδόσεις του, είναι απόρροια της μελέτης του έργου του Σκώτου φιλοσόφου Thomas Reid.

Γενικά ο Κάλβος δεν ήταν συμπαθής στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του, ίσως επειδή ποτέ δεν συνεργάστηκε με το πολιτικό και ακαδημαϊκό κατεστημένο και δεν είχε καλές σχέσεις με τον κύκλο του Σολωμού. Έτσι οδηγήθηκε στην απόφασή του να εγκαταλείψει οριστικά την Ελλάδα.

Το 1852 λοιπόν φεύγει για την Αγγλία, παντρεύεται εκεί την Charlotte Augusta Waddams και εργάζεται ως καθηγητής στο ιδιωτικό παρθεναγωγείο της γυναίκας του. Τα μόνα κείμενα που γνωρίζουμε ότι υπογράφει αυτή την εποχή είναι δύο ακόμη θρησκευτικές μεταφράσεις.

Αυτή η συνθήκη αυτοεξορίας στερεί από τον Κάλβο τον θάνατο στην πατρίδα, που ευχήθηκε να έχει στην πρώτη ωδή της Λύρας. Στις 3 Νοεμβρίου 1869 πεθαίνει και ενταφιάζεται στην μικρή πόλη Louth της Αγγλίας. Την επιχείρηση της μεταθανάτιας «επιστροφής» του στην πατρίδα αναλαμβάνει ο Γ. Σεφέρης και η ελληνική πολιτεία, που φροντίζουν το 1960 για την μετακομιδή των οστών του Κάλβου και της γυναίκας του στη Ζάκυνθο.

 

ΠΗΓΕΣ

Ευριπίδη Γαραντούδη: Πολύτροπος αρμονία: Μετρική και ποιητική του Κάλβου

Αθανασόπουλος Β., Το ποιητικό τοπίο του ελληνικού 19ου και 20ου αι. Τόμος Α’ (Κάλβος, Σολωμός, Παλαμάς)

Δερμιτζάκης Μπάμπης, Ο Κάλβος και οι πρώτες μεγάλες στιγμές της  νεοελληνικής λογοτεχνίας, Έρευνα, τ.18

Back To Top