skip to Main Content

Κνουτ Χάμσουν ψευδώνυμο του Κνουτ Πέντερσον (Knut Pederson). Γεννήθηκε στο Γκάρμοστραετ που βρίσκεται
κοντά στο Λομ το 1859 και πέθανε στο Νέρχελμ, κοντά στο Γκρίμσταντ το 1952. Νορβηγός μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας (1920).
Υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία της νεορρομαντικής εξέγερσης του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα και πέτυχε με το έργο του να ανακόψει την τάση προς τον υπέρμετρο νατουραλισμό στο μυθιστόρημα, όπου κι διακρίθηκε. Γόνος αγροτικής οικογένειας έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια στο Χάμαρει του Νόρλαντ υπό την τυραννική επίβλεψη του θείου του. Σε ηλικία 15 ετών άρχισε τη μεγάλη περιπλάνησή του διασχίζοντας την Νορβηγία και ασκώντας διάφορα επαγγέλματα. Με τον ίδιο τρόπο περιπλανήθηκε δυο φορές (το 1882-1885 και το 1886-1888) στις ΗΠΑ. Τα χρόνια αυτά ουσιαστικά φυτοζωούσε, ενώ παράλληλα διάβαζε πολύ.
Το 1888 επέστρεψε στην Ευρώπη και εγκαταστάθηκε στην Κοπεγχάγη, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος και ιδιωτικός δάσκαλος.
Η επίδραση του Στρίντμπεργ, του Γιάκομπσεν, του Ίψεν, του Νίτσε και του Ντοστογιέφσκι του ενέπνευσαν πιθανώς το ενδιαφέρον για τις λεπτές εκφάνσεις του ανθρώπινου ψυχισμού και τον οδήγησαν στην απόρριψη του Νατουραλισμού.
Εξέθεσε τις ιδέες του σ’ ένα περίφημο άρθρο του με τίτλο «Από Την Ασυνείδητη Ζωή Τον Νου» και τις εφάρμοσε στο αριστουργηματικό του μυθιστόρημα «Η πείνα» (Suit, 1890).
Στο αυτοβιογραφικό αυτό έργο ο Χάμσουν ζωντανεύει το μύθο του ανθρώπου που αγωνίζεται μόνος αποφεύγοντας την κοινωνία ακολουθώντας τα ένστικτά του, εμπνευσμένος από τη βορινή παράδοση και τη νιτσεική ιδεολογία. Στο έργο του αυτό, με το οποίο έγινε διάσημος, ανέλυσε με διεισδυτικότατο ρεαλισμό τις φυσιολογικές και ψυχολογικές επιπτώσεις της πείνας. Ο Χάμσουν καθιερώθηκε ως συγγραφέας κυρίως χάρη στη βαθύτατη διερεύνηση των ηρώων του, ανθρώπων ελεύθερων, ιδιόρρυθμων μα εξαιρετικά ζωντανών. Σκοπός του ήταν να αποδώσει «τις σχεδόν ανεπαίσθητες δονήσεις της ψυχής… τις περιπλανήσεις της σκέψης και τον συναισθήματος μέσα στο κενό… τα ανεξιχνίαστα ταξίδια του μυαλού και της καρδιάς, τις παράδοξες δραστηριότητες των νεύρων, το ψιθύρισμα του αίματος, την προσευχή των οστών, όλη τη ασυνείδητη ζωή της ψυχής». Ο μύθος αυτού του τύπου ανθρώπου φτάνει στο αποκορύφωμά του στις λυρικομουσικές σελίδες του έργου του «Παν» (Pan, 1894) όπου άνθρωποι, φύση, αισθήματα, ένστικτο και ζωή πρωτόγονη αναδύονται από το αρχαίο πανθείστικό και γεμάτο μυστικοπάθεια φως. Στο μυθιστόρημα του «Μυστήρια» (Mysterier, 1892) διαμόρφωσε τον τύπο του αλλόκοτου, ονειροπόλου, ασταθούς και γεμάτου αντιφάσεις ήρωα. Αντίστοιχο ήταν το ύφος του, άλλοτε αργό άλλοτε άμεσο, κάποτε έντονα λυρικό αλλά πάντοτε ολοζώντανο, ενώ η αφηγηματική του τέχνη προέρχεται από τη μακρά παράδοση, η οποία ξεκινούσε από τις ισλανδικές σάγκα και είχε τροφοδοτηθεί από τις λαϊκές αφηγήσεις. Ήρωες του όπως ο Νάγκελ στο μυθιστόρημα Μυστήρια, ο Τόμας Γκλαν του Πάνα, τύπος ο οποίος εξελίχθηκε σε λυρικό επίπεδο στο έργο «Βικτόρια» (Victoria 1898), αποτελούν αλησμόνητες μορφές «από λουλούδια και αίμα». Αποκορύφωμα αυτού του τύπου του ήρωα ήταν ο Αύγουστος, ο άνθρωπος της αντιξοότητας και της περιπέτειας του ομώνυμου μυθιστορήματος.
Με ακαταμάχητη σατιρική φλέβα ασκεί πικρή κριτική στην αμερικανική κοινωνία, στον αμερικάνικο τρόπο ζωής στο βιβλίο του «Η Πνευματική Ζωή της Σύγχρονης Αμερικής» (1889). Το βιβλίο αυτό που προήρθε απ’ την περιπλάνηση και διαμονή του στις Η.Π.Α. και υποχρέωσε το κοινό να τον προσέξει. Ακολούθησαν τα βιβλία «Ο Αρχισυντάκτης Λύνγκε» (Redaktor Lynge, 1893) και «Νέα Γη» (Ny Jord 1893), στα οποία σάρκαζε τους δημοσιογράφους, τους καλλιτέχνες, τους αθλούμενους, τις φεμινίστριες και τους τεχνοκράτες, πρόσωπα που τον απασχόλησαν επίσης και στη θεατρική του τριλογία «Στις Πύλες του Βασιλείου» (Ved Rigerts Port, 1895) «Το Παιχνίδι της Ζωής» (Livets Spil,1896) και «Φωτιά Του Δειλινού» (Aftenrode, 1897). H τριλογία αυτή, μαζί με το έργο «Μούνκεν Βεντ» (Munken Vendt, 1902), «Βασίλισσα Ταμάρα» (Dronning Tamara, 1903) και «Βίαιη Ζωή» (Livet I void, 1910) υπήρξαν οι μόνες προσπάθειές του στο θεάτρο, για το οποίο όμως ήταν ιδιαίτερα προικισμένος. Επανήλθε στο μυθιστόρημα με τα έργα «Ονειροπόλοι» (Svarmere, 1904), «Στο Άστρο του Φθινοπώρου» (Under Hoststjernen, 1906), «Ένας αλήτης Παίζει Σουρντίνα» (En Vandrer spiller med Sordin, 1909), «Στερνή Χαρά» (Den sidste Glde, 1912), και το δίπτυχο «Μπενόνι» (Benoni, 1908) και «Ρόζα» (Rosa, 1908). Στα έργα τους αυτής της περιόδου, την χαρά που υποβάλλει η αίσθηση της φύσης και η ζωή των παιδιών, ήρεμη και γεμάτη ενεργητικότητα, διαπερνούσε μια κοινωνικότερη διάθεση, η οποία εκφραζόταν με την απόρριψη της σύγχρονης, αποκομμένης από τις ρίζες της κοινωνίας και με την έκκληση για επιστροφή στην τάξη των περασμένων εποχών.
Η διάθεση αυτή ήταν εντονότερη στα έργα του «Παιδιά της Εποχής τους» (Born av Tiden, 1913) και το «Χωριό Σέγκελφος» (Segelfoss By, 1915) και κορυφώθηκε στο «Ευλογία της Γης» (Marken Grode, 1917). Το μυθιστόρημα αυτό, για το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1920), ήταν ένας ύμνος στο χωρικό, στον πρωτόγονο άνθρωπο, που βρίσκει την φιλοσοφία του και το θρησκευτικό του συναίσθημα στην οικειότητά του με τη φύση. Οι σατιρικοί τόνοι ήταν εντονότεροι στα μυθιστορήματα «Οι Γυναίκες στη Βρύση» (Koneme ved Vand- posten, 1920) και το «Τελευταίο Κεφάλαιο» (Siste Kapitel, 1923). O τύπος του περιπλανώμενου αλήτη επανεμφανίστηκε στα μυθιστορήματά του «Περιπλανώμενοι» (Landstrykere, 1927), «Αύγουστος» (August, 1903), «Η Ζωή Συνεχίζεται» (Men Livet lever, 1933) και το έργο «Ο Κύκλος Έκλεισε» (Ringen sluttet, 1936).
Από τη δεκαετία του 1930 άρχισε να ενδιαφέρεται ολόενα και πιο έντονα για την πολιτική και να αποδέχεται τις εθνικοσοσιαλιστικές θεωρίες περί αρίας φυλής και εξέλιξης του πολιτισμού. Έτσι τα τελευταία χρόνια της ζωής του κηλιδώθηκαν από τη συμπόρευσή του με το Ναζισμό και κυρίως με το καθεστώς του δωσίλογου Κουίσλινγκ. Ο Χάμσουν πίστευε ότι μέσω του Ναζισμού θα αναβίωνε το μεγαλείο και τη δόξα των Βίκινγκς. Έπειτα από την πτώση του ναζισμού ο Χάμσουν παραπέμφθηκε σε δίκη, κρίθηκε από το δικαστήριο ως ακαταλόγιστος και κλείσθηκε για ολιγόμηνο διάστημα σε ψυχιατρείο- κυρίως όμως τιμωρήθηκε σε απόλυτη απομόνωση από τους συμπατριώτες του. Σ’ ένα τελευταίο αυτοβιογραφικό και απολογιστικό της στάσης του κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έργο του, με τίτλο «Στα Χορταριασμένα Μονοπάτια» (Paa giengrodde Stier, 1949), εξύμνησε τη μοναδική αξία, την οποία δεν σταμάτησε ποτέ να υπερασπίζεται με πάθος, την ακατανίκητη ορμή της ζωής.
Στην Ελλάδα το έργο του έγινε γνωστό χάρη στις μεταφράσεις του πεζογράφου Βάσου Δασκαλάκη.

Back To Top