skip to Main Content

Η Αμοργός, η νήσος, μπορεί να πήρε το όνομά της από ένα είδος λιναριού το φυτό αμοργίς, από το οποίο κατασκευάζονταν οι «άλικοι αμοργίδες», οι ξακουστοί αραχνοΰφαντοι ερυθροί χιτώνες που από τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη πληροφορούμαστε ότι φορούσαν οι γυναίκες των Αθηνών για να φαίνονται γυμνές και να εξάπτουν τον έρωτα των ανδρών τους αλλά και σε επιστολή που αποδίδεται στον Πλάτωνα ότι οι «αμοργίνοι χιτώνες» αποτελούσαν δείγμα πολυτέλειας που ξεχώριζαν από τα λινά υφαντά άλλων περιοχών.
Όμως η Αμοργός, είναι ο ποιητικός χωροχρόνος στον οποίο συναντάμε την παράδοση της επικής εποχής του Ομήρου ως τις παραλογές των δημοτικών τραγουδιών, τις ρίζες του ρεμπέτικου έως τις αρχές του υπερρεαλισμού αλλά και τον διανθισμένος με βιογραφικά στοιχεία του ποιητή παραμυθένιο τόπο.
Η Αμοργός η μοναδική και για πολλούς αινιγματική ποιητική σύνθεση του Νίκου Γκάτσου κυκλοφόρησε το 1943 σε 308 αντίτυπα από τις Εκδόσεις Αετός, και λέγεται ότι γράφτηκε σε μία μόλις νύχτα.
«Μνημειώδες έργο του νεοελληνικού ποιητικού λόγου», χαρακτήρισε την «Αμοργό» ο στενός φίλος του Μάνος Χατζιδάκις, «επειδή περιέχει βαθύτατα την ελληνική παράδοση, δεν την εκμεταλλεύεται, ενώ συγχρόνως περιέχει όλη την ευρωπαϊκή θητεία του Μεσοπολέμου».
Το πνευματικό κατεστημένο όμως δεν κατανόησε την σημασία της Αμοργού την κατακρεούργησε, την ειρωνεύτηκε, την λοιδόρησε σφοδρά. Ο Ελύτης υπερασπιζόμενος το έργο του φίλου του έγραψε το κείμενο Ποιητική Νοημοσύνη, στο οποίο επισημαίνεται για πρώτη φορά η σημασία της Αμοργού. «Δεν θα επιχειρήσω εδώ πέρα καμιά κριτική για την Αμοργό, παρόλο που θα ‘θελα να μιλήσω μια μέρα για τον τρόπο που ξαναφέρνει στην αισθητική του 20ου αιώνα το επικολυρικό ύφος, την εντέλεια του ρυθμού, που έρχεται να θυμίσει πόσο δύσκολο πράγμα είναι ο σωστός ελεύθερος στίχος, για το παράδοξο σύμπλεγμα της γερμανικής (χαιλντερλινικής, θα έλεγα) αντίληψης του ρομαντισμού, με τον sui generis δωρικό ρομαντισμό της Μάνης, τέλος για τον πειστικό τόνο της φωνής του, και τις ωραίες, τις υπέροχες κάποτε, εικόνες του…».
Το 1946 και το 1947 ο Γκάτσος δημοσιεύει άλλα δύο ποιήματα, το «Ελεγείο» και «Ο ιππότης και ο θάνατος». Το «Ελεγείο» είναι ένα λυρικό ποίημα γραμμένο για έναν πρόωρα χαμένο φίλο, πιθανότατα τον Γιώργο Σαραντάρη ποιητή της πρωτοπορίας. Όσο για τον «Ιππότη και τον θάνατο», που βασίζεται σε μια χαλκογραφία του Ντίρερ, είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας για τη γερμανική Κατοχή.
Το 1963 θα δημοσιεύσει και το τελευταίο από τα τρία ποιήματά του, το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963), αφιερωμένο στον φίλο του Γιώργο Σεφέρη, που μόλις του είχε απονεμηθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ήταν σαφές πως ο Γκάτσος είχε στραφεί σε άλλες μορφές έκφρασης. Τώρα τον ενδιέφεραν οι μεταφράσεις και η στιχουργική, τις οποίες έμελλε να υπηρετήσει και να επηρεάσει βαθύτατα…
Ο ίδιος ήταν ωστόσο πάντα ένα αίνιγμα. Δεν έδωσε ποτέ συνεντεύξεις και δεν ενέδωσε στη γοητεία της τηλεόρασης. Τον Γκάτσο τον ήξεραν μόνο όσοι ευτύχησαν να τον ζήσουν από κοντά στις περίφημες λογοτεχνικές παρέες που ήταν μέλος. Μιλούσαν για έναν αυστηρό άνθρωπο με έντονο χιούμορ και σίγουρα ιδιαίτερο πνεύμα.
Ο Γκάτσος ήταν όλα αυτά, ποιητής, στιχουργός, μεταφραστής, εραστής, μα πάνω απ΄ όλα δάσκαλος. «Την μεγάλη σημασία του την αντλεί από το ότι είναι ένας μεγάλος δάσκαλος που διδάσκει όσους έχουνε την τύχη να του πούνε «καλημέρα», αν και κείνος θελήσει να τους πει «καλημέρα» και να συνεχίσει. Άλλωστε «οι μεγάλοι δάσκαλοι δεν είχαν μια ειδική σχολή όπου διδάσκανε• έπρεπε να πετύχουν μαθητές που θα ήθελαν να εκμαιεύσουν από αυτούς την διδασκαλία. Αυτή είναι και η περίπτωση του Γκάτσου», έχει πει ο Μάνος Χατζιδάκις

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε το 1911 ή το 1914. «Ο πατέρας του Νίκου Γκάτσου ήταν μετανάστης στην Αμερική, αλλά έκανε πολλά ταξίδια στην Ελλάδα. Σ” ένα από αυτά έπαθε πνευμονία πάνω στο καράβι και πέθανε, δυο μέρες πριν φτάσουν στη Νέα Υόρκη. Τον πέταξαν στην θάλασσα. Το μαντάτο έφτασε στο χωριό του Γκάτσου, την Ασέα Αρκαδίας, ένα μήνα μετά. Η μητέρα του ήταν, κατά τις διηγήσεις του Νίκου, πολύ αξιοπρεπής άνθρωπος. Γύρισε από το πάνω μέρος του χωριού με το μαντίλι κατεβασμένο κι όταν μπήκε στο σπίτι ξέσπασε σε κλάμα. Ο Νίκος ήταν τότε πέντε χρονών. Τρόμαξε τόσο, που από τότε τρέμανε τα χέρια του σε όλη του τη ζωή…», όπως μας πληροφορεί η σύντροφός του Αγαθή Δημητρούκα.
Έρχεται στην Αθήνα 18χρονος με την μάνα και την αδερφή του, όταν εισήχθη στην Φιλοσοφική Αθηνών. «Τόσο ανεξήγητα πανέτοιμος μας είχε φτάσει (…) με πλήρη εξάρτυση: Με τους Έλιοτ και τους Λόρκα, τους Κάφκα και τους Σαρτρ. Χώρια βέβαια την δημοτική παράδοση που κυκλοφορούσε στο αίμα του», έγραψε για κείνον ο φίλος του, Οδυσσέας Ελύτης.
Με τον Ελύτη γνωρίζεται ένα βράδυ του ’36 ενώ χάζευαν έξω απ΄ τα ζαχαροπλαστεία των Χαυτείων. Να πώς περιγράφει ο Ελύτης αυτήν τη γνωριμία και την πρώτη του εντύπωση από τον Γκάτσο:
«Μια μέρα, ένα βράδυ μάλλον, εκεί που χάζευα έξω απ’ τα ζαχαροπλαστεία των Χαυτείων, μου έπεσε από τον ουρανό ένας απροσδόκητος ομοϊδεάτης. Ήταν ο ποιητής Νίκος Γκάτσος … σφίγγοντας κάτω από τη μασχάλη του ένα μάτσο ξένα κινηματογραφικά περιοδικά, γαλλικά και αμερικάνικα τα περισσότερα. Κάπνιζε αδιάκοπα ενώ άκουγε αυτά που του έλεγα μ’ ένα ύφος αποσπασμένο … ώσπου αράξαμε σ’ ένα μικρό καφενείο και πιάσαμε στα χείλη μας τα «Μανιφέστα» του Breton. Δόξα να’ χει ο Θεός, ο άνθρωπος αυτός είχε μπει στο νόημα. Ήταν ο δεύτερος μετά τον Εμπειρίκο. Κι ίσαμε σήμερα που γράφω, και που έχουνε περάσει τρεις δεκαετίες σχεδόν, είναι ένας από τους πέντε ή έξι σ’ ολόκληρη την Ελλάδα (μαζί με το Νικήτα Ράντο, το Νίκο Εγγονόπουλο και το Νάνο Βαλαωρίτη) που αποδειχτήκανε κάτοχοι πραγματικοί του μυστικού. Θέλω να πω: της γοητείας, του θαύματος, και όχι των γνώσεων που σήμερα διδάσκονται στα Πανεπιστήμια και βρίσκονται σ’ όλες τις Εγκυκλοπαίδειες… Πολύ φυσικό να γίνουμε γρήγορα φίλοι. Ανταλλάξαμε βιβλία, ποιήματα, μυστικά».
Φανατικοί και οι δυο της μοντέρνας ποίησης και του υπερρεαλισμού, γίνονται αμέσως φίλοι. Οι δυο τους μαζί με τον Σεφέρη, τον Κατσίμπαλη, τον Καραντώνη, τον Σαραντάρη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Αντωνίου, και κάμποσους άλλους νέους, σχηματίζουν μια παρέα, τον πυρήνα της νεότερης ποίησης, και προωθούν τις απόψεις τους μέσα από το περιοδικό Νέα Γράμματα. Μαζί με τον Ελύτη μάλιστα ιδρύει το πρώτο φιλολογικό καφενείο της γενιάς τους, το Ηραίον, στην διασταύρωση των οδών Αγίου Μελετίου και Πατησίων και μαζεύουν όλη την πρωτοπορία της σύγχρονης ποίησης και διανόησης. Εμπειρίκος και Εγγονόπουλος διαβάζουν τα ποιήματά τους και συζητούν τα τεκταινόμενα στα γράμματα. Στις δύο το βράδυ, μας πληροφορεί ο Ελύτης, όταν έκλεινε το καφενείο, ένα πλήθος νέων ξεχύνονταν στους γύρω δρόμους «κι άρχιζαν ατελείωτες συζητήσεις κάτω απ” τους ευκαλύπτους, συχνά ως τις τρεις και τέσσερεις το πρωί», υπό το άγρυπνο και φιλύποπτο βλέμμα των χωροφυλάκων.
Ο Χατζηδάκις συνεχίζει: «Η ‘’Αμοργός’’ και ο ‘’Μπολιβάρ’’ πρωτοδιαβάζονται στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου, στην οδό Γεωργίου Αινιάνος, το καινούριο καταφύγιο της παρέας, μαζί με την ‘’Ursa Minor’’ του Τάκη Παπατσώνη, τα ποιήματα της Μάτσης Χατζηλαζάρου και άλλων πολλών». Η παρέα αλλάζει κάποια στιγμή στέγη και τώρα συναντιέται στο σπίτι του Γκάτσου στην Κυψέλη.
Το 1937 η παρέα σκόρπισε, ο Κατσίμπαλης πήγε στο Παρίσι, ο Σεφέρης στην Κορυτσά, ο Ελύτης στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας. Ο Γκάτσος μένει στην Αθήνα και μαζί με τον Καραντώνη συνεχίζουν την έκδοση των Νέων Γραμμάτων. Ο πόλεμος και η ναζιστική κατοχή δεν σταμάτησε την πνευματική ζωή.
Στον Πόλεμο του 1940 ο Γκάτσος θα υπηρετήσει σε βοηθητικό πόστο ως προστάτης οικογενείας και καταφεύγει στην ποίηση αναζητώντας εκφραστικές διεξόδους.
Το 1943 εκδίδει την Αμοργό το 1948 μετάφρασε τον Ματωμένο Γάμο και μελοποίησε ο Χατζιδάκις. Το ’49 το Θέατρο Τέχνης ανεβάζει το Λεωφορείον ο Πόθος, πάλι σε μετάφραση Γκάτσου. Από εκεί είναι και το Χάρτινο το Φεγγαράκι, που σημάδεψε την αντίληψη των νεοελλήνων περί μουσικής και τραγουδιού. Το 1966 με την περίφημη Μυθολογία τους άρχισαν συνειδητά πλέον να σχεδιάζουν τους περίφημους κύκλους τραγουδιών του, ο ένας την μουσική ο άλλος τους στίχους.
Μεταφράζει θεατρικά έργα όπως το Περιμπλίν και Μπελίσα, το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα, τον Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας και την Παραλογή του Μισοΰπνου του Λόρκα. Ακόμη τον Πατέρα του Στριντμπεργκ, την Υψηλή Εποπτεία του Ζενέ, το Ταξίδι μακριάς ημέρας μέσα στη νύχτα του Ο΄ Νιλ, το Φουέντε Οβεχούνα του Λόπε ντε Βέγα και κάποια μονόπρακτα του Τ. Ουίλιαμς και γράφει συνεχώς υπέροχους στίχους.

Ο Νίκος Γκάτσος πέθανε σε νοσοκομείο της Αθήνας στις 12 Μαΐου 1992 και ετάφη στο χωριό του, την Ασέα Αρκαδίας, χωρίς επισημότητες με την σεμνότητα που άρμοζε σε μία προσωπικότητα του ύψους του και με την παρουσία επιστήθιων φίλων του. Μετά τον θάνατό του βρέθηκαν στο αρχείο του ολοκληρωμένα ποιήματα και προσχέδια ποιημάτων, τα οποία δημοσιεύτηκαν το 1994 ως «Δάνεισε τα μετάξια στον άνεμο».
«Ο Νίκος Γκάτσος δεν πήγε ποτέ στην Αμοργό. Δεν έδωσε ποτέ συνέντευξη. Μας αποκάλυψε σε όλο το ποιητικό του μεγαλείο τον Λόρκα. Ήταν ένας πολύ αυστηρός φίλος, κατά τον Μάνο Χατζιδάκι. Έλεγε τα απαραίτητα. Έζησε βίον ασκητικόν. Μακριά από την πολλή συνάφεια του κόσμου και τες πολλές κινήσεις και ομιλίες, κατά τον Αλεξανδρινό. Εσιώπησε πολύ… Και τραγούδησε απίστευτα! Οι στίχοι των τραγουδιών του, πραγματικά ποιήματα οι περισσότεροι, μας διδάσκουν τι πάει να πει αρρενωπότητα της δημοτικής παράδοσης, οργανική λειτουργία της ομοιοκαταληξίας, ήθος της ελληνικής», είπε ο καλός του φίλος Οδυσσέας Ελύτης.
Όσο για τον Χατζηδάκι, τον αποχαιρέτισε κάπως έτσι: «Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα και όχι εγώ τον Γκάτσο. Εγώ ήμουν ο μαθητής. Είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομήλικοι του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη και οι δικοί μου πάλι το ίδιο, και μείναμε οι δυο μας στο πατάρι του ‘‘Λουμίδη’’ ή του ‘‘Πικαντίλλυ’’ να μιλάμε … Τον θεωρώ τον πιο σημαντικό άνθρωπο που γνώρισα στη ζωή μου, μετά τη μητέρα μου»…

Πηγές: Η ελληνική ποίηση, νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου, Αλεξ. Αργυρίου, Αθήνα 1979, εκδ. Σοκόλη, imerodromos.gr, kathimerini.gr (3-9-2017), newsbeast.gr (8-2-2017).

Back To Top