skip to Main Content
Τα όνειρα του Αινστάιν  του Alan Lightman

 
 
 
8 Μαΐου 1905

            Ο κόσμος θα τελειώσει στις 26 Σεπτεμβρίου 1907. Όλοι το γνωρίζουν αυτό.

Στη Βέρνη, συμβαίνει το ίδιο με όλες τις πόλεις και τα χωριά. Ένα χρόνο πριν το τέλος, τα σχολεία κλείνουν τις πόρτες τους. Γιατί να μάθει κανείς για το μέλλον; μ’ ένα τόσο σύντομο μέλλον;  Ευχαριστημένα που τα μαθήματα έχουν τελειώσει για πάντα, τα παιδιά παίζουν κρυφτό στις αψίδες του Kramgasse, τρέχουν κάτω στα Aarstrasse και ρίχνουν πέτρες στο ποτάμι, σπαταλούν τα νομίσματα τους στη μέντα και στη γλυκόριζα. Οι γονείς τους τους αφήνουν να κάνουν ότι επιθυμούν.

Ένα μήνα πριν το τέλος, οι επιχειρήσεις κλείνουν. Το Bundeshaus αναστέλλει τις διαδικασίες του. Το ομοσπονδιακό τηλεγραφικό κτήριο στο Speichergasse κρύβεται στη σιωπή. Έτσι και το εργοστάσιο ρολογιών στο Lauperistrasse,  ο μύλος στη γέφυρα Nydegg. Τι ανάγκη υπάρχει για εμπόριο και βιομηχανία με τόσο λίγο χρόνο που μένει;

Στα εξωτερικά τραπέζια των καφέ στο Amthausgasse, οι άνθρωποι κάθονται και ρουφούν τον καφέ τους και μιλούν εύκολα για τις ζωές τους. Μια ελευθερία γεμίζει τον αέρα. Ακριβώς τώρα, για παράδειγμα, μια γυναίκα με καστανά μάτια μιλάει με τη μητέρα της για το  πόσο λίγο χρόνο πέρασαν μαζί στα παιδικά της χρόνια, όταν η μητέρα της δούλευε ως ράφτρα. Η μητέρα και η κόρη σχεδιάζουν. Τώρα ένα ταξίδι στο Lucerne θα συνταιριάζουν δύο ζωές μέσα στον λίγο χρόνο που μένει. Σ΄ ένα άλλο τραπέζι, ένας άντρας λέει σ’ ένα φίλο του για έναν επιθεωρητή που μισεί που συχνά έκανε έρωτα με τη σύζυγο του άντρα μέσα στη γκαρνταρόμπα του γραφείου ύστερα από ώρες και απείλησε να τον απολύσει αν αυτός ή η γυναίκα του προκαλούσαν κάποιο πρόβλημα. Αλλά τι υπάρχει για να φοβηθεί τώρα; Το ζήτημα διευθετήθηκε με τον Επιθεωρητή και συμφιλιώθηκε με τον σύζυγό του. Ανακουφισμένος επιτέλους, τεντώνει τα πόδια του και αφήνει τα μάτια του να περιπλανηθούν στις Άλπεις.

Στο φούρνο του Marktgasse, ο χοντροδάκτυλος φούρναρης βάζει τη ζύμη στο φούρνο και τραγουδάει. Αυτές τις μέρες οι άνθρωποι είναι ευγενικοί όταν παραγγέλνουν το ψωμί τους. Χαμογελούν και πληρώνουν κανονικά, γιατί το χρήμα χάνει την αξία του. Κουβεντιάζουν για πικ-νικ στο Fribourg, φροντίζουν για το χρόνο ακούγοντας τις ιστορίες των παιδιών του, κάνοντας μεγάλες βόλτες τα μεσημέρια. Δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται για τον κόσμο που σύντομα θα τελειώσει, γιατί όλοι μοιράζονται την ίδια μοίρα. Ένας κόσμος ενός μηνός είναι ένας κόσμος ισότητας. Μια μέρα πριν το τέλος, οι δρόμοι στροβιλίζονται στο γέλιο. Γείτονες που δεν έχουν ποτέ μιλήσει χαιρετιούνται σαν φίλοι, βγάζουν τα ρούχα τους και κάνουν μπάνιο στα συντριβάνια. Άλλοι βουτούν στον Aare.  Μετά από ένα κολύμπι μέχρι εξόντωσης, ξαπλώνουν πάνω στο χοντρό γρασίδι στις όχθες του ποταμού και διαβάζουν ποίηση. Ένας δικηγόρος και ένας ταχυδρομικός υπάλληλος που δεν είχαν συναντηθεί πριν περπατούν χέρι με χέρι μέσα στο Botanischer Garten, χαμογελούν βλέποντας τα κυκλάμινα και τα αστέρια, συζητούν για την τέχνη και το χρώμα. Τι σημασία έχουν οι προηγούμενες στάσεις τους; Σ’ έναν κόσμο μιας μέρας όλα είναι ίσα/όμοια.

Στις σκιές ενός μικρού δρόμου έξω από το Aarber gergasse, ένας άντρας και μια γυναίκα γέρνουν πάνω σ’ ένα τοίχο, πίνουν μπύρα, και τρώνε καπνιστό χοιρινό. Μετά, θα τον πάρει στο διαμέρισμα της. Είναι παντρεμένη μ’ έναν άλλο, αλλά για χρόνια επιθυμούσε αυτόν τον άντρα, και θα ικανοποιήσει τις επιθυμίες της την τελευταία μέρα του κόσμου.

Λίγες ψυχές τρέχουν στους δρόμους κάνοντας αγαθοεργίες, με σκοπό να διορθώσουν τις κακές πράξεις του παρελθόντος. Τα δικά τους είναι τα αφύσικα χαμόγελα.

Ένα λεπτό πριν το τέλος του κόσμου, όλοι συγκεντρώνονται στο έδαφος του Kunstmuseum. Άντρες, γυναίκες, και παιδιά σχηματίζουν έναν τεράστιο κύκλο και δίνουν τα χέρια. Δεν κινείται κανείς. Δεν μιλάει κανείς. Κυριαρχεί μια απόλυτη ησυχία που το κάθε άτομο δεξιά ή αριστερά του. Αυτό είναι το τελευταίο λεπτό του κόσμου. Μέσα στον απόλυτη σιωπή ένα μοβ λουλούδι στον κήπο δέχεται το φως στο κάτω μέρος του άνθους του, λάμπει για μια στιγμή, έπειτα σβήνει ανάμεσα στα άλλα λουλούδια. Πίσω από το μουσείο, τα βελονώδη φύλλα ενός πεύκου τραντάζονται ήρεμα όταν μια αύρα διαπερνά το δέντρο. Μακρύτερα πίσω, μέσα στο δάσος, ο Aare αντανακλά το φως του ήλιου, πέφτει το φως με κάθε κυματισμό στην επιφάνεια του.

Στ’ ανατολικά, ο πύργος του St. Vincent ανυψώνεται ψηλά στον ουρανό, κόκκινος και εύθραστος, με ένα κτίσιμο με πέτρα τόσο λεπτοκαμωμένο όσο οι φλέβες ενός φύλλου. Και πιο ψηλά, οι Άλπεις, γέρνοντας από το χιόνι, ανακατεύοντας το άσπρο με το μοβ, μεγάλες και σιωπηλές. Ένα σύννεφο ταξιδεύει στον ουρανό. Ένα σπουργίτι φτεροκοπά. Κανείς δεν μιλάει.

Τα τελευταία δευτερόλεπτα, είναι σαν να ‘χουν πηδήξει όλοι από το Topaz Peak, κρατώντας τα χέρια. Το τέλος πλησιάζει σα να πλησιάζει το έδαφος. Ο δροσερός αέρας περνάει γρήγορα, τα σώματα δεν έχουν βάρος. Ο σιωπηλός ορίζοντας χασμουριέται για πολλά μίλια. Και πιο κάτω η απέραντη κουβέρτα χιονιού εκσφενδονίζεται όλο και πιο κοντά για να περικλείσει αυτόν τον κύκλο του ροδαλού χρώματος και της ζωής.

14 Απριλίου 1905

Ας υποθέσουμε ότι ο χρόνος είναι ένας κύκλος, γέρνωντας πίσω στον εαυτό του. Ο κόσμος επαναλαμβάνεται, επακριβώς, χωρίς τελειωμό.

Το μεγαλύτερο διάστημα, οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ότι θα εξακολουθήσουν να ζουν. Οι έμποροι δεν γνωρίζουν ότι θα κάνουν το ίδιο παζάρι ξανά και ξανά. Οι πολιτικοί δεν γνωρίζουν ότι φωνάζουν από το ίδιο βήμα ένα απεριόριστο αριθμό  από φορές στον κύκλο του χρόνου. Οι γονείς θυμούνται με τρυφερότητα το πρώτο γέλιο του παιδιού τους λες και δεν θα το ακούσουν ξανά. Οι εραστές κάνοντας έρωτα για πρώτη φορά γδύνονται δειλά, δείχνουν έκπληξη μπροστά στο εύπλαστο μπούτι, την ευαίσθητη ρόγα. Πως θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι κάθε κρυφή ματιά, κάθε άγγιγμα θα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά και ξανά, έτσι ακριβώς όπως πριν;

Στο Marktgasse, συμβαίνει το ίδιο πράγμα. Πως θα μπορούσαν οι μαγαζάτορες να γνωρίζουν ότι κάθε χειροποίητο πουλόβερ, κάθε κεντημένο μαντήλι, κάθε σοκολατένιο γλυκό, κάθε περίπλοκη πυξίδα και ρολόι θα επιστρέψουν στα ράφια του; Το σούρουπο, οι μαγαζάτορες πηγαίνουν σπίτι τους στις οικογένειες τους ή πίνουν μπύρα στις ταβέρνες, φωνάζοντας με χαρά φίλους. Κάτω από θολωτά δρομάκια, ψηλαφίζοντας κάθε στιγμή σαν να ήταν σμαράγδι με προσωρινή παρακαταθήκη. Πως θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι τίποτε δεν προσωρινό, ότι όλα θα συμβούν ξανά; Όχι περισσότερο από ένα μερμήγκι που σέρνεται γύρω από το στεφάνι ενός κρυστάλλου πολύφωτου που δεν γνωρίζει ότι θα επιστρέψει από εκεί που ξεκίνησε.

Μέσα στο νοσοκομείο στο Gerbengasse, μια γυναίκα αποχαιρετά τον σύζυγο της. Είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και την κοιτάζει με άδειο/αχανές βλέμμα. Τους τελευταίους δύο μήνες, ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί από το λαιμό του ως το συκώτι του, το πάγκρεας του, τον εγκέφαλο του. Τα δύο μικρά παιδιά του κάθονται σε μια καρέκλα στη γωνιά του δωματίου, φοβισμένα να κοιτάζουν τον πατέρα τους, τα βυθισμένα του μάγουλα, το μαραμένο δέρμα ενός γέρου άντρα. Η γυναίκα έρχεται στο κρεβάτι και φιλάει απαλά τον άνδρα της στο μέτωπο, ψιθυρίζει αντίο, και φεύγει γρήγορα με τα παιδιά. Είναι σίγουρη ότι αυτό ήταν το τελευταίο φιλί. Πως θα μπορούσε να γνωρίζει ότι ο χρόνος θα αρχίσει ξανά, ότι θα ξαναγεννηθεί, θα σπουδάσει στο ίδιο γυμνάσιο ξανά, θα εκθέσει πίνακες ζωγραφικής της στην γκαλερί στη Ζυρίχη, θα ξανασυναντήσει στον άντρα της στο μικρό βιβλιοπωλείο στο Fribourg, θα ξαναπάνε ιστιοπλοΐα στη λίμνηThun μια ζεστή μέρα του Ιουλίου, θα ξαναγεννήσει, ότι ο άντρας της θα ξαναδουλέψει για οκτώ χρόνια στη φαρμακοβιομηχανία και θα έρθει σπίτι ένα απόγευμα μ’ έναν όγκο στο λάρυγγα, θα ξανακάνει εμετό και θ’ αδυνατίσει σ’ ένα νοσοκομείο, σ’ αυτό το δωμάτιο, αυτή τη στιγμή. Πως θα μπορούσε να το ξέρει;

Στον κόσμο στον οποίο ο χρόνος είναι ένας κύκλος, κάθε χειραψία, κάθε φιλί, κάθε γέννηση, κάθε λέξη, θα επαναλαμβάνεται επακριβώς. Έτσι επίσης κάθε στιγμή που δύο φίλοι θα σταματήσουν να είναι φίλοι, κάθε φορά που μια οικογένεια θα διαλύεται εξαιτίας των χρημάτων. Κάθε κακοήθης επισήμανση στον καβγά μεταξύ συζύγων, κάθε διαψευσμένη ευκαιρία εξαιτίας μιας ζήλιας ανωτέρου, κάθε μη τηρούμενη υπόσχεση.

Και όπως ακριβώς τα πράγματα θα επαναλαμβάνονται στο μέλλον, όλα τα πράγματα που συμβαίνουν τώρα συνέβησαν χιλιάδες φορές πριν. Μερικοί λίγοι άνθρωποι σε κάθε πόλη, στα όνειρα τους γνωρίζουν κατά βάθος ότι όλα αυτά συνέβησαν στο παρελθόν. Αυτοί είναι οι άνθρωποι με δυστυχισμένες ζωές, και αντιλαμβάνονται ότι οι κακές τους κρίσεις και τα λάθος έργα και η κακή τύχη όλα έχουν συμβεί σ’ ένα προηγούμενο διάστημα χρόνου.

Μέσα στην ακινησία της νύχτας αυτοί οι καταραμένοι πολίτες παλεύουν με τα σεντόνια του κρεβατιού τους, ανίκανοι να ξεκουραστούν, πληγώνονται με τη γνώση ότι δεν μπορούν ν’ αλλάξουν ούτε μία πράξη ούτε μια κίνηση. Τα λάθη τους θα επαναλαμβάνονται επακριβώς στη ζωή τους όπως και στην προηγούμενη ζωή. Και είναι μόνο αυτοί οι διπλοί άτυχοι που δίνουν το μόνο σημάδι ότι ο χρόνος είναι ένας κύκλος. Γιατί σε κάθε πόλη, αργά το βράδυ, οι έρημοι δρόμοι και τα μπαλκόνια γεμίζουν με τους στεναγμούς τους.

 

Τα όνειρα του Einstein
(Einstein’s Dreams) του Alan Lightman 
μετ. Μαργαρίτα Καράβου 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top