skip to Main Content
Σαμαριά, η μινωική χώρα της Χρυσομαλλούσας…Μ. Μεταξάς

Τα τελευταία 2-3 χρονιά το γυρόφερνα στο µυαλό µου. Είχα σχεδόν 20 χρόνια να το περάσω. Ήταν καλή ευκαιρία τώρα. Εγώ µεσήλικας και εκείνος έφηβος. Σίγουρα τα 13 -14 τόσα χιλιόµετρά του δεν ήταν εύκολα. Ήταν όµως µια πρόκληση µε τις µνήµες µου και κι ένα µικρό αθόρυβο φευγιό.
Το φαράγγι της Τάρρας ή της Αγιάς Ρούµελης, της Σαµαργιάς ή Σαµαριάς όπως το λένε κι έτσι είναι γνωστό, θρύλους γεµάτο και ιστορίες, µας προσµένει καθάριο, άγριο, απότοµο και αγνό. Καλεί τον βηµατισµό µας να σκονιστεί, το βλέµµα µας µε εικόνες να πλουτίσει, τα στέρφα πνευµόνια µας να φουσκώσει µε γάργαρο οξυγόνο και τ’ αφτιά µας να πληµµυρίσει απ’ τους ήχους του, άγνωστοι και γνώριµοι, και κάποιες φορές από την απόλυτη νεκρική σιωπή του.
Αυτή η καλοκαιριάτικη εµπειρία, µε µόνο σκοπό την περιδιάβασή του, την απαθανάτιση των ομορφιών του και την αναζήτηση εκείνων των σηµείων που κρύβουν τόσες ιστορίες με μαγεύουν και οµορφαίνουν διαχρονικά την εµπειρία αυτή.
Του Σαρακηνού τ’ Αλώνι, το Αγγελοκάµπι, του Διγενή το Πατέ, οι Αέρηδες, το Σπηλιάρι, το Νερό της Πέρδικας, ο Αγκρέµνακας, το Άβολο Ζήλο και τόσα άλλα σχεδόν μυθικά τοπωνύµια, που ξωτικά και νεράιδες, ήρωες και θεούς, αγίους και συνηθισµένους καθημερινούς ανθρώπους πόρο ζωής έχουν.

Αχάραγα λοιπόν να ’μαστε στο Ξυλόσκαλο. Το καλοκαιρινό κρύο σε έσπρωχνε να ξεκινήσεις. Απ’ τα πρώτα κιόλας µέτρα ένιωθες το αίµα και τ’ οξυγόνο στα µιλίγγια σου το’ νιωθες στις φλέβες να κυλά γοργά… και σύντοµα ο πρωινός ήλιος σαν πύρωνε τις ακονόπετρες και τα βοτάνια, τα δέντρα µε τα αερικά και τους ατζαπάδες, τους καναβούς και τους µαυραετούς, μα πρώτα απ’ όλα τα µιτάτα µε τα ζα, τις µαδάρες, τα γκρεµνά και τις λέσκες των αγριµιών, τότε ένιωθες τόσο λέυτερος όσο δεν υπήρξες ούτε στα πιο ανέμελά σου χρόνια. Συνάμα πύρωνε το νου, και κόχλαζαν οι μνήμες οι θαμένες και της νιότης τα αναγνώσματα.
Θυµήθηκα τον θρύλο της Χρυσοµαλλούσας στην Μινωική χώρα της Σαµαριάς, του Διγενή την πατηµασιά, τις βεντέτες, τους νυκτοπολεµιστές και τους κρυµµένους θησαυρούς και τις δαιµονολατρίες που κάποιοι έκρυβαν καλά. Θυµήθηκα που λέγαν για τα πανηγύρια, τους γάµους και τα βαφτίσια, τους ιδρωµένους ξωµάχους και τις νιες που µοιρολογούσαν για τα χαμένα παλικάρια, αλλά και για τους γκρεµισµένους.
Ανεστορούμαι τους στίχους του λόγιου Γυμνασιάρχη Αντωνιάδη για την όμορφη κόρη την Χρυσή Σκορδύλη που στο μακροσκελές ποίημά του για την Χρυσομαλλούσα των Σφακιών απαθανάτισε την μακρινή εκείνη θλιβερή ιστορία:

Χρυσή µου, κι αν βουλήθηκες, να πάεις στο πηγάδι,
να µην προσµένεις την αυγή, ο ήλιος µην σε πάρει,
γιατί περνοδιαβαίνοννε, βοσκοί, στρατιώτες Φράγκοι,
και βλέπουν τα ξανθά µαλλιά, στις πλάτες σου ριγµένα,
κ’ έχουν πολλοί µάτι κακό, κακό που ξεριζώνει,
το δέντρ’ από τη ρίζα του, και πνίγει το καράβι,
καράβι που στη θάλασσα, τρέχει πανιά γεµάτα…,

μια ιστορία αληθινή(;) τραγική και ‘ματωβαμένη.
Μα όλοι ξέρουμε πως τα χώματα της γης μας μόνο ξερικά δεν είναι με τόσο αίμα. Γι’ αυτό κι αυτά τα χρώµατα, στα πετρώµατα, στα ξωκλήσια, στα γιοφύρια, τους κουλέδες, στα ασβεστοκάµινα μα και στα χαλάσµατα.
Γι’ αυτό κι αυτές οι μυρωδιές από τα πεύκα και τους σφένδαµους, τις τετραµυθιές και τα λιόδεντρα κι όλα µια αναπνιά σαν να’ ναι η τελευταία αυτού του κόσμου.

Στις πηγές του Φαραγγιού, που κάποτε αριθµούσε 25, και δεν κελάρυζε το νερό αλλά λες κι μοιρολογούσε ξεδιψάσαμε κι ανασάναμε. Στης Σαμαριάς το ερειπωμένο χωριό σταθήκαμε κι αναλογιστήκαμε την ζωή του κάποτε. Τα σπίτια του, τα περιβόλια του με το αρίσμαρι και τα κηπευτικά, το αλιτριβιδιό του και τους μαχαλάδες, τον παπαδάσκαλο µε τα μαθητούδια, τον ήχο των αργαλιών και τη µυρουδιά των ξυλόφουρνων, το ζάλο των γαϊδουριών και των αλόγων. Αναλογιστήκαμε το τότε µε το σήμερα. Συγκρίναμε τ’ ασύγκριτα και κινήσαμε στο κάμα του μεσημεριού για τις Πόρτες.

Πέτρες θεόσταλτες, θεόρατες συντρόφευσαν τα βήματά µας, μα αγόγγυστα και οι δυο κατηφορίσαμε στην έξοδό του, στην έξοδο ενός άλλου κόσμου χωρίς την φωτεράδα της αλήθειας μα με την αφούρα ενός χρόνου που τίποτα η ιστορία δεν θα του λιμπιστεί.

Στο λιβυκό πέλαο κολυμπήσαμε, φάγαμε, ήπιαμε μα δεν λησμονήσαμε αυτήν τη μέρα ποτέ μας…

This Post Has 0 Comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Back To Top