skip to Main Content

Έκκαρτ (Meister Eckart Eckehart ή Eckhard).

Γερμανός μυστικιστής, εν Χοχάιμ παρά την Γόθα γεννηθείς περί τα μέσα του ΙΓ΄ αιώνος. Είναι ο αξιολογότατος και σπουδαιότατος μυστικιστής (ή ως άλλοι λέγουσι μυστικός) της Γερμανίας. Ως δομινικανός, ως μέλος δηλ. λογίου τάγματος. έδει να διανύσει προδιαγεγραμμένον κύκλον σπουδών, επιστέγασμα των οποίων ήτο η υπό του τάγματος αποστολή αυτού εις Παρισίους προς απόκτησιν του αξιώματος και του τίτλου του θεολόγου εν τω εκεί πανεπιστημίω. Μετά οκταετή απασχόλισιν περί διοικητικά καθήκοντα, προς τα οποία ηνάγκασεν αυτόν το τάγμα απαντώμεν αυτόν πρώτον μεν εν Παρισίοις ως διδάσκαλον της θεολογίας, έπειτα δε εν Στρασβούργο, και δη εν τη σχολή του τάγματος (Stadium provinciale), και τέλος εν Κολωνία ως καθηγητήν εν το πανεπιστημίω (stadium generale) των δομινικανών. Αλλ’ ενταύθα κατηγορήθη υπό του αρχιεπισκόπου ως αιρετικός, κυρίως ένεκα των πανθεϊστικών στοιχείων της διδασκαλίας του. Εναντίον της κατηγορίας ταύτης εκδίδει τότε διαμαρτυρίαν, εν τη οποία αποκρούει το ενσυνείδητον και το σκόπιμον των τυχόν από του εκκλησιαστικού δόγματος αποκλινουσών δοξασιών του, και κηρύσει εαυτόν πρόθυμον να ανακαλέσει τας πραγματικάς πλάνας του. Ο θάνατος επελθών κατά τη διάρκεια της δίκης διέκοψεν αυτήν χωρίς να θέσει τέρμα εις την υπόθεση. Τούτο συμβαίνει δύο έτη μετά τον θάνατο του Έκαρτ, παπική βούλα του 1329 καταδικάζει είκοσι και οχτώ σημεία της διδασκαλίας τού περίφημου μυστικοπαθούς. Η ανάγνωσις των κηρυγμάτων του Έκκαρτ, δεικνύει εις ημάς εις πόσον μέγα βαθμόν ήτο πανθεϊστής και πόσο εξαρτάται κατά τούτο εκ των ιδεών Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και του Ερίγενα. Ο Θεός είναι, συμφώνως προς τα κηρύγματα ταύτα, το καθαρόν Είναι· ύψιστον όνομα αυτού είναι: ουσία. Είναι άπειρος, τουτέστι το πεπερασμένον αποκλείεται εκ της φύσεως αυτού. Ενταύθα έχομεν αναντιρρήτως μιαν εκ των αρχών της γερμανικής φιλοσοφίας, το γεγονός δε τούτο εξηγεί τον υπέρτατου διδασκάλου ενθουσιασμόν του Έγελου. Αλλαχού πάλιν διδάσκει ο Έκκαρτ ότι ο Θεός δεν είναι ούτε ουσία αλλ’ ή ούπω φυσιοποιηθείσα φύσις αποκαλυπτομένη διά της φυσιοποιηθείσης φύσεως, δηλ. της Αγίας Τριάδας διά των τριών προσώπων φανερώνει εαυτήν. Είναι φαναρά ενταύθα η επίδρασις του εν πνεύματι Διονυσίου του Αρεοπαγίτου πλατωνισμού.

Η πλατωνίζουσα όμως αύτη θεολογία του Γερμανού μυστικοπαθούς περιέχει εν εαυτή επικινδύνους συνεπείας. Τοιαύται είναι λ.χ. αι εξής: ο Θεός δεν είναι αγαθός, πράττει εξ εσωτερικής ανάγκης κινούμενος, δεν υποχρεούμαι εις ευγνωμοσύνην προς αυτόν δια την αγάπην του, δεν αγαπά ειμ’η μόνον εαυτόν, δεν δύναται να νοηθεί άνευ ημών, όπως και ημείς άνευ αυτού κ.λ.π. Εκ των προϋποθέσεων τούτων, ελάχιστα χριστιανικών ορμώμενος, διδάσκει έπειτα ο Έκκαρτ ότι πάντα τα δημιουργήματα και η φύσις ολόκληρος, τείνουσιν εις το να εξομοιωθώσι προς  τον Θεόν· διότι ο Θεός ενυπάρχει εντός πάντων των πραγμάτων τόσον των εμψύχων όσον και των αψύχων. «Εάν ο Θεός δεν ενυπήρχε εντός όλων των πραγμάτων η φύσις θα εστερείτο και δράσεως και επιθυμίας. Εάν εντός του ποτού δεν υπήρχεν ο Θεός, ο άνθρωπος δεν θα ωρέγετο αυτού, όσην δίψαν κι αν υποτεθεί ότι ησθάνετο». Ούτω διαπιστεί ο Έκκαρτ την μεταξύ Θεού και ψυχής ενότητα, την οποίαν δια διαφόρων εικόνων αγωνίζονται να εκφράσωσι και οι Πέρσαι μυστικοπαθείς ως και οι των Ινδιών. Ο άνθρωπος γεννάται εν τω Θεώ και ο Θεός γεννάται εν τω ανθρώπω. «Η φύσις του πατρός είναι το να γεννά τον υιόν· του δε υιού το να γεννάται και το να γεννώμαι εγώ εν αυτώ· του δε πνεύματος το να φλέγωμαι εν αυτώ και να μεταβάλλωμαι εις καθαρά αγάπη. Ο πανθεϊσμός ούτος πηγάζει εκ των ενδομύχων βαθών της ψυχής του Έκκαρτ. Αι συνέπειαι δε των πανθεϊστικών τούτων δοξασιών τούτων είναι τηλικαύται, ώστε καταντά περίεργον πως η επίσημος Εκκλησία δεν εστράφει δραστικώτερον εναντίον του. Διότι μυστήρια, λατρεία, ειδική χάρις και μεσίτευσις αυτής, όλα ταύτα εκμηδενίζονται δια των προϋποθέσεων εκείνων, μετ’ αυτών δε και η Εκκλησία. Άλλ’ ο Έκκαρτ δεν είχε βεβαίως σαφή συνείδησιν των συνεπειών εκείνων, πάντως δι’ εαυτόν συνήγαγε το συμπέρασμα όπερ και οι Ινδοί και οι Πέρσαι μυστικοπαθείς εκ των ιδικών των δοξασιών. Τα έργα δηλαδή δεν είναι αναγκαία δι’ όντινα κατήντησεν εις την πλήρη γνώσιν. Το συμπέρασμα τούτο δεν ήτο το μόνον. Η μεταξύ Θεού και ανθρωπίνης ψυχής ενότης εκείνη οδήγησε τον πατέρα του γερμανικού μυστικισμού εις την σκέψιν ότι αντί να ερωτώμεν διαρκώς περί της φύσεως του Θεού, δυνάμεθα να ερωτώμεν περί της φύσεως του ανθρώπου. Ούτω στρέφει την προσοχήν εις την ψυχικήν εσωτερικότητα, καθιστόμενος ούτος πραγματικός πρόδρομος της διαμαρτυρήσεως. Το πρόβλημα δι’ αυτόν δεν είναι τα έργα, ο εξωτερικός αγιασμός, η εξωτερική ομολογία, αλλ’ η εσωτερική διαγωγή, η μόνιμος εσωτερική κατάστασις, η ενδόμυχος φύσις. Παρά ταύτα ο Έκκαρτ, όστις μόλις κατά τον ΙΘ΄ αιώνα ανεβίωσε δια του Fr. Von Baader, δεν είναι πρωτότυπον πνεύμα, όπως ύμνησεν αυτόν ο Δανός Mortensen και όπως θα ηδύνατό τις να συμπεράνει εκ της ισχυράς ροπής, την οποίαν ήσκησεν επί μυστικοπαθών, οιοί ο Σούσων και ο Tauber.

Η ανακάλυψις των λατινικών αυτού συγγραμμάτων κατά το 1886 κατέστησε δυνατόν εις τον Denifle να αποδείξει την μεγάλην εξάρτησιν του Έκκαρτ εκ της σχολαστικής θεολογίας Θωμά του Ακινάτου και αμέσως εκ της του Αυγουστίνου και Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

Αλλ’ ούτε ως προς την φιλοσοφικήν θεωρίαν είναι πρωτότυπος φύσις θεωρητική κατ’ εξοχήν, εξαρτάται εν τούτοις και εν τούτω εκ του Θωμά και των περί Ούγον τον εκ του αγίου Βίκτωρος μυστικοπαθών. Οφείλομεν όμως να αναγνωρίσωμεν ότι πρώτος αυτός συνεκέντρωσε μετ’ εντάσεως εαυτόν εις τας θεμελιώδεις ιδέας της μυστικοπαθούς θεολογίας και μετήνεγκεν αυτάς εις την γερμανικήν προς οικοδομίαν των λαϊκών. Ως τοιούτος δύναται να ονομασθεί «διδάσκαλος της όλης σχολής», «πατήρ της φιλοσοφικής θεωρίας παρά Γερμανοίς» και «πατριάρχης» αυτής.

Κατά το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη

1260-1327

Δομινικανός μοναχός ή έξαρχος του Πάπα  Θουριγγία 1300 και στην Βοημία (1307) διδάσκει θεολογία στο Παρίσι κι αλλού. Κατηγορήθηκε σαν αιρετικός εξαιτίας του πανθεϊστικού του μυστικισμού του, αναγκάστηκε λοιπόν να δηλώσει ότι ουδέποτε παρεξέκλινε ενσυνείδητα απ’ τα διδάγματα της επίσημης Εκκλησίας κι ότι ήταν έτοιμος να ανακαλέσει κάθε τυχούσα αιρετική του παρέκκλιση. Αφού πέθανε και 2 έτη μετά  το θάνατό του, τότε Πάπας ήταν ο Γρηγόριος ο Δ εκδόθηκε εναντίον του απόφαση που τον καταδίκαζε εν μέρει σαν αιρετικό κι εν μέρει σαν παραπλανημένο.

Ήταν ο πνευματωδέτερος και ο πρωτοτυπώτερος των Γερμανών μυστικιστών. Επιδέξιος  χειριστής του λόγου και θεωρήθηκε σαν ένας από τους καλύτερους Γερμανούς πεζογράφους.

Απ’ τα έργα του λίγα σώθηκαν μερικά των οποίων περιέλαβε ο Πφάτφωρ (1857) στο έργο του «Γερμανοί μυστικισταί του ΙΔ΄ αιώνος». Επίσης μέρος των λατινικών χειρογράφων του δημοσίευσε ο Δενίφλ στο έργο του «Αρχείο της λογοτεχνικής κι εκκλησιαστικής ιστορίας του Μεσαίωνα». Άλλα έργα του διασωσμένα περιέλαβε ο Σαιπφ στο έργο του “Meister Eckart” 1889.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top