skip to Main Content

 

 

H εκπαίδευση στο Βυζάντιο

Οι Βάρβαροι της Δύσεως, στρέφονταν προς το Βυζάντιο,
όπως οι σύγχρονοι του Κικέρωνα
προς την Αθήνα.
Αλφρέδος Νικόλαος Ραμπώ

 

Ο Γάλλος ιστορικός Ραμπώ (1842-1905), που στο σύγγραμμά του «Ελληνική Αυτοκρατορία κατά τον Ι΄ αιώνα» εξέφρασε την παραπάνω άποψη, θεωρεί ότι καμία άλλη εκδήλωση της ζωής δεν παρέχει τόσο «ευφρόσυνο» θέαμα όσο η παιδεία και η λογοτεχνία στο Βυζάντιο. Συμπληρώνει δε, ότι στον περίβολο της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης, συγκεντρώθηκαν τόσοι λόγιοι και τόση γνώση, ώστε δεν είχε δει κατά το Μεσαίωνα ολόκληρη η ανθρωπότητα στο σύνολό της.

Η σημασία της παιδείας για τους Βυζαντινούς

Καθώς η παιδεία και η αγωγή, διαμορφώνονται και σχηματοποιούνται μέσα σε ένα κοινωνική και πολιτική θεώρηση, αντανακλώντας τον απόηχο των ιδανικών και προβληματισμών μιας κοινωνίας, η Βυζαντινή κοινωνία, ζώντας κάτω από τους κραδασμούς της μετάβασής της από τη Ρώμη στο Βυζάντιο και από την ειδωλολατρία της αρχαιότητας στο Χριστιανισμό, προσπάθησε να πετύχει το συγκερασμό αυτό στον τρόπο γαλούχησης των νέων της κυττάρων. Μάλιστα, θεωρείται ότι τόσο οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, όσο και εν γένει η βυζαντινή διοίκηση, μη εξαιρουμένης και της εκκλησίας, συνέβαλλαν αποφασιστικά στην ενίσχυση της εκπαίδευσης και στη διάδοσή της σε κάθε κοινωνική τάξη, πράγμα που ελάχιστα απασχόλησε άλλους ηγεμόνες της εποχής. «Συχνά ηγεμόνες και αυτοκράτορες γελοιοποιούνταν από τους Βυζαντινούς σε λαϊκούς χώρους, όπως αγορές, για την ελλιπή γνώση της ελληνικής ή για τα αστόχαστα λόγια και τους άξεστους τρόπους τους»[1].

Κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα καθώς ο χριστιανισμός θριάμβευε επί της ειδωλολατρίας όπως επισημαίνει ο Cyril Mango «υπήρχε σε όλη την αυτοκρατορία μια μορφή ελευθέριας εκπαίδευσης, που δεν είχε υποστεί θεμελιώδεις αλλαγές από την ελληνιστική εποχή, διάστημα δηλ. περίπου 5 αιώνων».[2]

Στο Βυζάντιο όπως επισημαίνει ο Paul Lemerle[3] «δεν έπαψαν να μιλούν ποτέ ελληνικά και τα έργα της αρχαίας Ελλάδας δεν έπαψαν ποτέ να τροφοδοτούν τη διδασκαλία των γραμματικών και των ρητόρων. Βεβαίως, ακόμα και σήμερα παραμένει αναπάντητο το ερώτημα κατά πόσο υπήρξε πραγματική συνέχεια με τον ειδωλολατρικό ελληνισμό ή πρόκειται για ένα απλό φαινόμενο επιβίωσης που η έκτασή της μειωνόταν ολοένα καθώς πνιγόταν από τον στρατευμένο και αργότερα θριαμβευτή χριστιανισμό»;

Εκπαίδευση και βαθμίδες

Πρωτοβάθμια εκπαίδευση

Επιχειρώντας πάντως να μιλήσουμε για τη στοιχειώδη εκπαίδευση του μικρού Βυζαντινού, θα πρέπει να πούμε ότι τα στοιχεία που διαθέτουμε αν και δεν μας καταστούν επαρκώς ενήμερους, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε μία κατά το δυνατόν, ακριβή εξέταση της εκπαιδευτικής δραστηριότητας αν όχι σε όλη την αυτοκρατορία, τουλάχιστον στη Βασιλεύουσα.

Με τρεις βαθμίδες εκπαίδευσης, όντας διαρθρωμένος ο κύριος εκπαιδευτικός κορμός, απασχολούσε στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση το γραμματιστή, ή διδάσκαλο ή παιδευτή ή χαμαιδιδάσκαλο, ο οποίος χωρίς ιδιαίτερα τυπικά προσόντα κατέχοντας μια θέση εξαιρετικά υποβαθμισμένη, αναλάμβανε το έργο της εκμάθησης της αλφαβήτου, της ανάγνωσης, της γραφής και αριθμητικής. Σχολεία βασικής εκπαίδευσης ήταν οι νάρθηκες ή ορισμένα δωμάτια που υπήρχαν στον περίβολο των ναών. «Τα μοναστήρια, ενώ στην αρχή δεν δέχονταν και παιδιά λαϊκών που απλώς ήθελαν να μάθουν γράμματα, από τον 5ο αιώνα και μετά αποφασίστηκε πως οι μαθητές θα ήταν μόνο καλογεροπαίδια».[4]

Ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού που δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση εγκατέλειπε την περαιτέρω μάθηση. Αυτός είναι και ο λόγος που τα σχολεία της «εγκυκλείου εκπαίδευσης» όπως ονομάζονταν ήταν μετρημένα όπως άλλωστε και οι μαθητές τους. Ακόμα και στην πρωτεύουσα νεότεροι μελετητές έχουν υπολογίσει ότι το 10ο αιώνα δεν πρέπει να υπήρχαν περισσότερα από 10 τέτοια σχολεία μεταξύ των οποίων ήταν η «Σχολή του Αγίου Παύλου» και η «Σχολή του Αγίου Θεοδώρου των Σφορακίων» με συνολικά περίπου 300 μαθητές απ΄ όπου έβγαιναν τα μελλοντικά μεσαία στελέχη της δημόσιας διοίκησης. Είναι σαφές ότι το ποσοστό των μαθητών ήταν ελάχιστο σε σχέση με τον πληθυσμό και αυτό παρά τις παροτρύνσεις του Γρηγορίου του Θεολόγου που θεωρούσε την παιδεία «πρώτον αγαθόν» και συμβούλευε τους γονείς να μορφώνουν ανεξαιρέτως και ανυπερθέτως τα τέκνα τους. Και αν φυσικά το ποσοστό ήταν μικρό για τα αγόρια, εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι ουδείς λόγος γίνεται για τα κορίτσια, μάλιστα δε σε μια κοινωνία που θεωρούσε τη γυναίκα σαν εξ΄ ανάγκης συμπλήρωμα του άνδρα και τίποτα περισσότερο –άσχετα αν και πάλι εξ΄ ανάγκης κατά καιρούς ανεχόταν αυτοκρατόρισσες. Οι εγγράμματες γυναίκες αποτελούσαν την εξαίρεση του κανόνα, ενώ οι μορφωμένες την εξαίρεση της εξαίρεσης. Σχολεία για κορίτσια πουθενά δεν αναφέρεται σε όλη την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

Ένας πιο καταρτισμένος δάσκαλος, ο γραμματικός που δίδασκε γραμματική αλλά και επιλεγμένους κλασικούς συγγραφείς κυρίως ποιητές με προεξάρχοντα τον Όμηρο ακολουθώντας τη φορμαλιστική μέθοδο, της διόρθωσης, της ανάγνωσης, της εξήγησης και της κρίσης, προσέβλεπε στην ουσία του κειμένου και την χρήσιμη εύρεση διδαγμάτων που μπορούσαν να εξαχθούν από τα αρχαία κείμενα. Η μαθητεία άρχιζε γύρω στα 10-12 χρόνια και τελείωνε σε μια τριετία ή τετραετία. «Ενώ η στοιχειώδης εκπαίδευση ήταν σχεδόν ταυτισμένη με τη θρησκεία, η μέση αποχωρίζεται απ΄ αυτήν, με διακριτικότητα, στρεφόμενη προς την αρχαία ελληνική γραμματεία, το πάντοτε κόκκινο πανί για τους πιο αδιάλλακτους από τους ιερωμένους που σύστηναν απερίφραστα στους πιστούς να την αγνοήσουν»[5].

Το επιστέγασμα της εκπαίδευσης ήταν η φιλοσοφία που την ονόμαζαν και διαλεκτική και την οποία συναποτελούσαν κατά βάση η λογική, η δογματική και η μεταφυσική με αφετηρία και τέρμα τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα. Ωστόσο η φιλοσοφία, διδασκόταν αδιάσπαστα από τους 4 κλάδους των μαθηματικών, την αριθμητική, τη γεωμετρία, την αστρονομία και τη μουσική θεωρία. Αυτή ήταν η περίφημη τετρακτύς (τετράδα) συμπληρωμένη με τη φυσική και τις υποδιαιρέσεις της, τη ζωολογία, τη βοτανική και τη γεωγραφία.

Ρήτορες ή σοφιστές παρείχαν στις μεγάλες πόλεις του Βυζαντίου την ανώτερη εκπαίδευση. Τα αγόρια σε ηλικία 15 περίπου ετών ήταν σε θέση να παρακολουθήσουν την ανώτερη εκπαίδευση, έναν κύκλο  σπουδών που διαρκούσε γύρω στα 5 χρόνια. Οικογένειες βουλευτών, κυβερνητικών παραγόντων και νομικών, απευθύνονταν στους ρήτορες ή σοφιστές προκειμένου να αναλάβουν την επιμόρφωση των τέκνων τους που αποτελούσαν ούτως ή άλλως τους φυσικούς τους συνεχιστές στους θώκους που κατείχαν. Ο αριθμός των νέων που παρακολουθούσε την τριτοβάθμια εκπαίδευση ανέρχονταν μόλις σε μερικές εκατοντάδες στα μεγάλα αστικά κέντρα, καθώς οι ασθενέστερες οικονομικά τάξεις αδυνατούσαν να προσφέρουν αυτό το αγαθό στα παιδιά τους.

 

 

Ανώτερη εκπαίδευση και Πανεπιστήμιο

Η ρητορική αποτελούσε το κορμό της ανώτερης εκπαίδευσης, ενώ η φιλοσοφία άκμαζε στην Αθήνα και την Αλεξάνδρεια, η ιατρική στην Αλεξάνδρεια και την Πέργαμο και η νομική στη Βηρυτό. Σε καμία πόλη όμως δεν δημιουργήθηκε κάτι αντίστοιχο με αυτό που σήμερα ονομάζουμε πανεπιστήμιο που να έχει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα σπουδών, που να μπορούν να το διδάξουν καθηγητές διαφόρων ειδικοτήτων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι λόγιοι της εποχής να μετακινούνται πολύ συχνά προκειμένου να λάβουν την απαραίτητη γνώση και εξειδίκευση σε κάποιον από τους διάσημους ρήτορες, ή νομικούς ή ιατρούς που βρίσκονταν στην Αθήνα ή στην Αλεξάνδρεια ή στη Βηρυτό. Η μετακίνηση των λογίων συνεπάγονταν και τη μετακίνηση των νεαρών σπουδαστών, μετακίνηση πολυδάπανη που επιτείνονταν και από τα αυξημένα δίδακτρα των καθηγητών. Ο Λιβάνιος, ο επιφανέστερος σοφιστής της Αντιόχειας, που δέχονταν κάθε χρόνο περίπου 50 σπουδαστές στη σχολή του λέγεται ότι είχε διδάξει σε πολλές πόλεις του τότε γνωστού κόσμου, όπως στην Νικομήδεια, στην Νίκαια και στην Κωνσταντινούπολη.

Λίγο μετά το 330 στην νέα πρωτεύουσα ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα είχε κιόλας εγκαθιδρυθεί από τον Μ. Κωνσταντίνο -μολονότι ότι εδώ οι απόψεις των βυζαντινολόγων διίστανται, θεωρώντας ότι ο ιδρυτής ήταν ο Κωνστάντιος-. Η έδρα του βρισκόταν σ΄ ένα από τα κτίρια του ανακτορικού συγκροτήματος του Μεγάλου Παλατίου αλλά τόσο το ίδρυμα όσο και η Βιβλιοθήκη με τους 120.000 τόμους που διέθετε δεν έτυχαν καλής μεταχείρισης. «O Θεοδόσιος ο Β΄ το 425 αναλαμβάνει μια προσπάθεια χωροταξικής επέκτασης και λειτουργικής αναδιοργά-νωσης του Πανεπιστημίου καθορίζοντας τον αριθμό των καθηγητών σε 31 από τους οποίους οι 16 δίδασκαν λατινικά και οι 15 ελληνικά»[6].  Ένα από τα διατάγματα του 425 προβλέπει τη ρύθμιση της θέσης των ιδιωτών καθηγητών οι οποίοι μπορούσαν να συνεχίσουν τις παραδόσεις τους ιδιωτικά με την προϋπόθεση να μην χρησιμοποιούν δημόσιες αίθουσες. Πάντως όπως αναφέρει ο επιφανής Γάλλος ιστορικός Charles Diehl, στο «Εγχειρίδιο της Βυζαντινής Τέχνης», καθηγητές στο Θεοδοσιανό Πανεπιστήμιο διορίζονταν μόνο κατόπιν αυστηρής δοκιμασίας ενώπιον της συγκλήτου και ύστερα από ενδελεχή έλεγχο για την άμεπτη ηθική τους και συμπεριφορά. Όσοι υπηρετούσαν στο Πανεπιστήμιο θεωρούνταν πρώτοι μεταξύ των ανώτερων λειτουργών του κράτους.

Το Πανεπιστήμιο όπως αναφέρει ο Μango «δεν ιδρύθηκε με σκοπό την καλλιέργεια των Μουσών, αλλά για να εκπαιδεύσει κρατικούς υπαλλήλους»[7] και αυτό φαίνεται από την πλήρη εξίσωση των λατινικών με τα ελληνικά, από τη φροντίδα για νομικές σπουδές, και επίσης από το γεγονός ότι οι καθηγητές διορίζονταν από τον έπαρχο της πόλης στο όνομα του αυτοκράτορα. Την πλειονότητα των διδασκόντων την αποτελούσαν γραμματικοί –δάσκαλοι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης-, με άλλα λόγια ήταν ένας θεσμός που συνδύαζε τις λειτουργίες του γυμνασίου και της πανεπιστημιακής σχολής υπό κρατική όμως επίβλεψη.

Παρακμή και σιγή

«Αν η πανεπιστημιακή ζωή στο τέλος του 5ου αιώνα άρχιζε να θυμίζει ναζιστική Γερμανία, το μέλλον επιφύλασσε ακόμη χειρότερα», αναφέρει ο Mango[8]. Είναι γνωστό ότι τόσο το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης όσο και άλλες σχολές στην αυτοκρατορία, συναντά εμπόδια από την εκκλησία και τους αριστοκράτες και τελικά κλείνει. Ο Ιουστινιανός «στην επιθυμία να βασιλέψει σε μια αυτοκρατορία όπου και οι συνειδήσεις θα υπάκουαν σ΄ ένα και μοναδικό νόμο, διέταξε την απαγόρευση της ειδωλολατρίας. Οι λοιδορίες εναντίον της μανίας των ανόσιων Ελλήνων ήταν ως τότε κυρίως έργο της χριστιανικής πολεμικής: τώρα το ανέλαβαν ο αυτοκράτορας και το κράτος για λογαριασμό τους και έθεσαν ως αρχή της διακυβέρνησης τη θρησκευτική μισαλλοδοξία»[9].

Η αναγέννηση των αρχαίων γραμμάτων και της αρχαίας παιδείας που άρχισε επί Κωνσταντίου, μετατράπηκε 2 αιώνες αργότερα σε παρακμή. Οι αρχαίοι συγγραφείς έπαψαν να αντιγράφονται. Η θέση τους στην εκπαίδευση περιορίστηκε. Οι φωνές των πιο θερμών ερμηνευτών τους σώπασαν, ενώ των εχθρών τους δυνάμωσαν. Οι καθηγητές έχασαν τη θέση τους και τα προνόμιά τους. Είναι για τούτο υπεύθυνος ο Ιουστινιανός αναρωτιέται ο Lemerle;. «Ναι είναι η απάντηση όσο μπορεί να είναι υπεύθυνος ένας άνδρας που ενσαρκώνει μια εποχή και τις βαθύτερες δυνάμεις που την κινούν. Τα μέτρα που πήρε, ήταν η φυσική κατάληξη του αγώνα του χριστιανισμού ενάντια στην ειδωλολατρία, της ορθοδοξίας ενάντια στην αίρεση, ήταν η έκφραση του ενωτικού και αυταρχικού αυτού πνεύματος που δημιουργήθηκε πάνω στα ερείπια για τα οποία ο Ιουστινιανός είναι μόνο ως ένα βαθμό υπεύθυνος»[10]. Και ο Mango είναι κατηγορηματικός ως προς τούτο, τονίζει δε ότι για την κατάρρευση του εκπαιδευτικού συστήματος έπαιξαν ρόλο και άλλοι παράγοντες όπως η εξαφάνιση των πόλεων[11].

Εκπαιδευτική άνθηση

Φως ξαναβλέπουμε από το τέλος του 8ου αιώνα και μετά. Ο Mango αναφέρει ότι την εποχή αυτή εμφανίστηκε μια ομάδα ανθρώπων που όλοι τους είχαν σχέση με τις ανώτερες βαθμίδες της δημοσιοϋπαλληλίας και οι οποίοι χωρίς να είναι βαθυστόχαστοι λόγιοι είχαν μια συμβατική ρητορική μόρφωση που τους επέτρεψε να ευνοήσουν την εκπαιδευτική άνθηση.

Ο  Lemerle μιλάει για μια «αναγέννηση που εκδηλώθηκε ξαφνικά και επέστρεψε στο Βυζάντιο για να ξανασυνδεθεί με το παρελθόν του»[12]. Οι σκοτεινοί χρόνοι της παιδείας έχουν τελειώσει και αρχίζει περίοδος εκπαιδευτικής άνθησης. Το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ανασταίνεται από την νεκροφάνεια που έχει περιέλθει για πάνω από ένα αιώνα. Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος –σκληρός εικονομάχος αλλά φίλος των γραμμάτων και των τεχνών αλλάζει ονομασία στο Πανεπιστήμιο και το εγκαθιστά σ΄ ένα από τα πολυάριθμα οικοδομήματα του Μεγάλου Παλατίου. Μετά το θάνατο του Θεόφιλου η εικονομαχία τερματίζεται, οι εικόνες αναστηλώνονται (843) και την ουσιαστική εξουσία παίρνει στα χέρια του ο «κουροπαλάτης και καίσαρ Βάρδας, θείος του ανήλικου Μιχαήλ Γ΄[13]». Ο Βάρδας είναι ο ιδανικός άνθρωπος που χρειάζεται η ανώτατη εκπαίδευση όχι μόνο επειδή έχει γι΄ αυτήν μεγάλα σχέδια, αλλά κι επειδή διαθέτει τη δύναμη να τα εφαρμόσει. O Mango, αναφέρει ότι ο πρώτος αληθινός καθηγητής που συναντάμε στην Κωνσταντινούπολη καθώς οι σπουδές άρχισαν να αναβιώνουν είναι ο Λέων ο Μαθηματικός. Ο Λέων μετά από κάποιες περιπλανήσεις που είχε κατέληξε να γίνει πρύτανης στο «Πανδιδακτήριο» -νέα ονομασία του Πανεπιστημίου-, αφήνοντας τεράστια παρακαταθήκη και υστεροφημία μεγάλης επιστημονικής και πνευματικής διάνοιας, με πολλά έργα φυσικής και μαθηματικών.

Το Πανεπιστήμιο πλέον διαθέτει μικρότερο προσωπικό σε σύγκριση με το Πανεπιστήμιο του 425 ενώ το πρόγραμμά διδασκαλίας έριχνε το βάρος κυρίως στις θετικές επιστήμες αποκλείοντας τα νομικά κατά Mango και φυσικά τα λατινικά. Από τους εκκλησιαστικούς κύκλους αντιμετωπίστηκε με ιδιαίτερη εχθρότητα. Ο πιο αμόρφωτος από τους μοναχούς και κληρικούς έχοντας συνηθίσει στον απόλυτο σκοταδισμό, έβλεπε το βασίλειό του να απειλείται από ακτίνες φωτός. Το Πανδιδακτήριο ωστόσο δεν έκλεισε αλλά έναν αιώνα μετά την επανίδρυσή του ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος θα ισχυροποιήσει την παρουσία του με σειρά μέτρων όπως την παροχή υποτροφιών σε σπουδαστές. Ο Κωνσταντίνος είναι αυτός που θα ενσαρκώσει το ιδεώδες του σοφού αυτοκράτορα καθώς αναμείχθηκε ενεργά στον τομέα της ανώτερης εκπαίδευσης. Διαπιστώνοντας ότι οι ελευθέριες τέχνες είχαν παραμεληθεί, διόρισε εξαίρετους καθηγητές στην έδρα της φιλοσοφίας, στην έδρα της ρητορικής, έδειχνε δε, αμέριστο ενδιαφέρον για τους σπουδαστές τους οποίους διόριζε στη συνέχεια δικαστές, γραμματείς των νομικών υπηρεσιών, και μητροπολίτες.

Λίγο πριν το τέλος

Εκεί που πρέπει να σταθούμε είναι ο 11ος αιώνας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από δραστήριο πνευματικό κλίμα, που σύμφωνα με τον Mango, μπορεί να σχετίζεται με την εντονότερη αστική ζωή και την άνοδο καινούργιας τάξης αστών. Ο πολυμαθής Μιχαήλ Ψελλός κυριαρχεί ως ηγετική πνευματική προσωπικότητα καθώς αποτελείται και από έναν ευρύ κύκλο διανοουμένων. Στη «Χρονογραφία» έργο του Λέοντος που συνέχισε ο Ψελλός καλύπτονται τα γεγονότα από το θάνατο του Ιωάννη Τζιμισκή το 976 ως το 1077. «Το έργο αυτό έχει τη μορφή σειράς διαδοχικών βιογραφιών αυτοκρατόρων που τους περισσότερους ο Ψελλός γνώρισε προσωπικά με την ιδιότητα του αυλικού. Ο Ψελλός, μας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τους βίους, τις σκέψεις και τις δολοπλοκίες των αυτοκρατόρων και των οικογενειών τους»[14].

Στο έργο του «Διδακτικόν ποικίλον» θα επιχειρήσει τη σύνθεση της ιστορίας, της φιλοσοφίας, των φυσικών επιστημών και της θεολογίας. «Στη διάρκεια της βασιλείας του Ψελλού η επιστροφή αυτήν στον Πλάτωνα θα θέσει για τους μαθητές του Ψελλού τις βάσεις της ορθολογικής ερμηνείας του δόγματος, η οποία στο Βυζάντιο θα αντιμετωπισθεί με δυσμένεια ενώ στη Δύση θα συμβάλλει στη γέννηση του σχολαστικισμού»[15].

Διάδοχος του Ψελλού ο Ιωάννης ο Ιταλός ήρθε στη Βασιλεύουσα το 1050, και σπούδασε φιλοσοφία με καθηγητή τον Ψελλό. Ανεδείχθη σε «ύπατο των φιλοσόφων», αλλά κατηγορήθηκε πολλάκις για ασέβεια, έως ότου τον αναθεμάτισαν, του απαγόρευσαν να ξαναδιδάξει και τον έκλεισαν σε μοναστήρι. Εξαιτίας της υπόθεσης του Ιταλού, η Εκκλησία και κατ΄ επέκταση το Πατριαρχείο, προχώρησε σ΄ ένα αποφασιστικής σημασίας μέτρο αναλαμβάνοντας τον άμεσο έλεγχο της εκπαίδευσης των μελλοντικών κληρικών.

Ο 12ος αιώνας, στον τομέα της εκπαίδευσης αντιπροσωπεύει την κορύφωση της διαμάχης που οι απαρχές της ανάγονται στις αρχές της χριστιανικής αυτοκρατορίας. Η Πατριαρχική Ακαδημία που είχε πυρποληθεί από τον Λέοντα Γ΄ τον Ίσαυρο και υποτίθεται[16] ότι θα ήταν η απάντηση της Εκκλησίας στο Πανδιδακτήριο, επανανεμφανίζεται μόλις στο δεύτερο μισό του 12ου αιώνα με 2 βαθμίδες από τις οποίες η δεύτερη διδάσκει την «επιστήμη των επιστημών» όπως χαρακτήριζαν οι πιο ένθερμοι από τους χριστιανούς τη θεολογία.

Στις αρχές του 12ου αιώνα ξαναβρίσκουμε τη Μαγναύρα σε πλήρη ακμή, κάτω από την προστασία του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού και με τις καθηγητικές έδρες να κατέχονται από τις μεγαλύτερες πνευματικές προσωπικότητες της εποχής.

Τη μεγαλύτερη ακμή της η ανώτατη παιδεία γνώρισε την εποχή της έσχατης παρακμής της αυτοκρατορίας στις παραμονές της τελικής πτώσης της πρωτεύουσας. Ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ (1391-1425) μετακινεί το Πανεπιστήμιο από την περιοχή της Αγίας Σοφίας καθώς και την Πατριαρχική Ακαδημία. Όσο οι Τούρκοι αποσπούν ένα ένα τα κομμάτια της αυτοκρατορίας και περισφίγγουν από παντού την άλλοτε Βασιλίδα των πόλεων τόσο το Βυζαντινό πνεύμα ωριμάζει και καταυγάζει με τη λάμψη του όχι πια την Ανατολή, όσο τη Δύση ανοιχτή τώρα στο λόγιο κύκλο.

Εν κατακλείδι

Το εκπαιδευτικό σύστημα που λειτούργησε στο Βυζάντιο ανεξάρτητα από τους κλυδωνισμούς που υπέστη, άλλοτε από τις εμπλοκές και διαπλοκές της Εκκλησίας, άλλοτε από τις κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, εξέφρεψε και επιμόρφωσε γενιές που επέζησαν σε μια αυτοκρατορία αιώνων.

Έχει μεγάλη σημασία να αναφέρουμε ότι ο δρόμος προς την ελληνική αρχαιότητα περνούσε μέσα από το Βυζάντιο, γιατί αυτό, είχε διαφυλάξει την αρχαία κληρονομιά και αποτελούσε την πηγή που θα μπορούσε να ικανοποιήσει τη δίψα του δυτικού κόσμου για τον ελληνικό πολιτισμό στα χρόνια της Αναγέννησης. Όταν οι έρευνες, άρχισαν να συγκεντρώνουν τα ελληνικά χειρόγραφα, να ερευνούν και να εκδίδουν τα συγγράμματα των κλασικών, στράφηκαν αναγκαστικά προς το βυζαντινό χώρο[17].

«Αυτό που διατηρήθηκε πραγματικά από τον αρχαίο κόσμο στον βυζαντινό μεσαίωνα ήταν η συνείδηση της υπεροχής της ελληνικής παιδείας»[18].

Οι σπουδαιότεροι συγγραφείς είχαν ελληνική παιδεία, ιδιοσυγκρασία και νοοτροπία. Ο θεολόγος Ιω. Δαμασκηνός έγραφε, μιλούσε και σκεπτόταν ελληνικά. Ο Ρωμανός ο Μελωδός (6ος αιώνας) άφησε έργα γραμμένα στην ελληνική μολονότι υπήρξε φορέας συριακών επιδράσεων.

Η διαρροή των Βυζαντινών διανοουμένων στη Δύση λίγο μετά το τέλος, δηλαδή την άλωση της Πόλης, ήταν αδιάκοπη και σαφώς δυσάρεστη. Οι μεγάλοι μαϊστορες Γεώργιος Τραπεζούντιος, Μάρκος Μουσούρος, Ανδρόνικος Καλλίνικος μη μπορώντας να προσφέρουν τα φώτα τους στην υπόδουλη πατρίδα, αναγκάστηκαν να γίνουν στυλοβάτες της πολιτιστικής επανάστασης άλλων λαών. Και βέβαια οι δυτικές πολιτείες όχι μόνο τους υποδέχτηκαν φιλόξενα, αλλά και αναγνώρισαν τη συμβολή των φιλοξενουμένων στην πνευματική τους πρόοδο. Και αυτή τη συμβολή αναγνωρίζουν, έκτοτε, όλοι οι μελετητές της μεγάλης εκείνης πολιτισμικής στιγμής της ανθρωπότητας. Και αναγνωρίζοντάς την, υποκλίνονται μπροστά στους εκπροσώπους του ελληνικού πνεύματος, συνδημιουργούς της ευρωπαϊκής Αναγέννησης.

 


[1] Αθανασόπουλος, Κ., Βυζαντινός και Δυτικός Κόσμος, Τόμος Α΄, Βυζαντινός και Δυτικός Κόσμος: Συγκλίσεις και αποκλίσεις, σελ. 58, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2000.

[2] Mango, C. Βυζάντιο, Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, σελ. 151, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1988.

[3] Lemerle P., Ο Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, σελ. 46, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1981.

[4] Καρζής, Θ., Η Παιδεία στο Μεσαίωνα, σελ. 192, Φιλιππότη, 1998.

[5] Καρζής, Θ., Η Παιδεία στο Μεσαίωνα, σελ. 195, Φιλιππότη, 1998.

[6] Καρζής, Θ., Η Παιδεία στο Μεσαίωνα, σελ. 217, Φιλιππότη, 1998.

[7] Mango, C. Βυζάντιο, Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, σελ. 157, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1988.

[8] Mango, C. Βυζάντιο, Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, σελ. 163, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1988.

[9] Lemerle P., Ο Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, σελ. 66, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1981.

[10] όπ. Παρ. σελ. 69

[11] Mango, C. Βυζάντιο, Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, σελ. 163, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1988.

[12] Lemerle P., Ο Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, σελ. 85, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1981

[13] Καρζής, Θ., Η Παιδεία στο Μεσαίωνα, σελ. 221, Φιλιππότη, 1998.

[14] Ανάστος Μίλτων, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Πολιτεία-Κοινωνία-Οικονομία-Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο 324-610, σελ. 309, Τόμος; Η΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1980.

[15] Berstein, S., Milza, P., Ιστορία της Ευρώπης, Διάσπαση και Ανοικοδόμηση της Ευρώπης, 1919 έως σήμερα, σελ., 77 Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα.

[16] Καρζής, Θ., Η Παιδεία στο Μεσαίωνα, σελ. 221, Φιλιππότη, 1998.

[17] Ostrogorsky, Georg, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Τόμος Α΄, Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Βασιλόπουλος, σελ. 48, Αθήνα 1978.

[18] Beck, Hans-Georg, Η Βυζαντινή Χιλιετία, σελ. 19, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1990.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top