ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Κόφτες του Άγγελου Κούρου (γ΄Μέρος)

ΠΟΙΗΣΗ — By mixalis on October 14, 2012 at 09:55

Καιρός
να μαζεύεσαι

Καιρός να μαζεύεσαι τώρα
τέρμα η μπάλα και από αύριο ξεκινάς διάβασμα
η μάνα μου κάθε Σεπτέμβρη
και την επομένη πηγαίναμε και αγοράζαμε καινούργια τσάντα
και πολύχρωμα στυλό, α! και τα κλασικά μπλε τετράδια
και πέρναγαν οι πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη
μέσα στη θλίψη για το καλοκαίρι που έφυγε
και για το χειμώνα και για το μάζεμα που -όπως με απειλούσε- ερχόταν
λόγια που πέρασαν
κι αν τα θυμάμαι
είναι γιατί τα τελευταία χρόνια πια
αυξάνουν συνέχεια τα προσκλητήρια από φίλους
για γάμους και βαφτίσια
αλλά μειώνονται τα τηλεφωνήματα τους
καιρός να μαζεύεσαι
σπίτι τα βράδια
και λίγη οικονομία ίσως
και δουλειά μέχρι αργά
να μαζεύεσαι
οι ευθύνες που βαραίνουν
και όχι πολλά–πολλά
κανένα Σάββατο
και στις αργίες βέβαια
να μαζεύεσαι, να μαζεύεσαι
σαν να ακολουθούμε όλοι
μυστικά
την ίδια παλιά συμβουλή
σαν Σεπτέμβρης που αρχίνησε για τα καλά.

Αγάπη

Μπαίνοντας  χθες το βράδυ σπίτι μου
άφησα απέξω την Αγάπη
ούρλιαζαν όλη τη νύχτα έξω απ’ το παράθυρο μου,
λύκοι; Λύκοι στην Αθήνα;
άνοιξα το παράθυρο
τα δόντια τους γεμάτα αίμα, νύχια σπασμένα, τρίχωμα σηκωμένο και
ανάσες που τις μέτραγε μια-μια πια ο θάνατος
έσκυψα ανόρεχτα, την πήρα και την ξανάβαλα
μέσα
το άλλο πρωί
κατάπια το ξεραμένο αίμα απ’ το στόμα μου
ούρλιαξα στο μεγάλο στρογγυλό ρολόι του τοίχου την καινούρια μέρα
και ξύπνησα.

Μικρή
υπόμνηση

Υπάρχουν κουβέντες
που δεν πρέπει να τις κάνεις ποτέ
ούτε με τον εαυτό σου
κλείνεις με δύναμη το λαρύγγι, σφίγγεις τα δόντια
καταπίνεις στραβά τον αέρα
και τις ξαναρίχνεις μέσα
να χωνευτούν για ώρα στην κοιλιά
κουβέντες
που τις καπνίζουμε, τις ζαλίζουμε με μπύρες
τις στριμώχνουμε σε σύριγγες
τις πετάμε με αγένεια κάτω απ’ την καρέκλα
και στη θέση τους προσκαλούμε να κάτσουν
φίλοι, γνωστοί, τυχαίοι περαστικοί
και δεν τις ξεκινάμε ποτέ.

Βραδινή
δέηση

Μια καλή έξοδος απ’ το σπίτι
σε ένα ωραίο μπαρ, σε ένα ουζερί
μεγάλη παρέα, ποτά, καλή διάθεση
μια ήσυχη βραδινή βόλτα στην πόλη
δεν είναι πάντα μια εύκολη υπόθεση
ανοίγεις την πόρτα και βγαίνεις
κάποιες βραδιές το σπίτι ολόκληρο
με τα δωμάτια του, τους τοίχους του, ψηλά οι τέντες, τα παντζούρια
όλα μετατρέπονται σε μια μικρή Αυλίδα
ανοίγω τα παράθυρα, βγαίνω κάθε τόσο στο μπαλκόνι, τίποτα
οι άνεμοι στέκουν βαριεστημένοι έξω απ’ το σπίτι
και δεν λένε να ξεκουνήσουν
σαν και τους υπόλοιπους της παρέας – καθημερινή και που να τρέχεις τώρα
το πρωί έχουμε δουλειά, ας κάτσουμε σπίτι να δούμε κάνα DVD-
απογοητευμένος σαν εκείνον τον Αγαμέμνονα μπαίνω ξανά μέσα
εσύ να με περιμένεις στην πόρτα, φορεμένα παπούτσια
παλτό και κλειδιά στο χέρι
ένας ανυπόμονος Αχαιός
αλλά η νύχτα είναι ακόμα δεμένη
και η πόρτα πίσω σου είναι ένας ψηλός Κάλχας
ανήλεος, στρυφνός, ένας γεροπαράξενος με κάτι χρησμούς απίθανους
ποιος ξέρει τι θα μας ξεφουρνίσει και απόψε
κάποτε μας ζητάει να του σφάξουμε ένα καλοριφέρ
κάποτε να του θυσιάσουμε την επόμενη μέρα – απίστευτος πονοκέφαλος
εμετός και ζαλάδα ως αργά το απόγευμα
και άλλες φορές πάλι -αυτό που φοβόμαστε περισσότερο- αυτό το ίδιο το σώμα
της νύχτας – απαίσιο μπαρ, άκεφη παρέα, άθλια η μουσική,
ποιος ξέρει τι θα μας ζητήσει και απόψε
για σώπα όμως τον ακούω που βήχει, τρίζει, ανοίγει
ετοιμάζεται να μιλήσει
λοιπόν;

Άλλη
μία

Η νύχτα δεν έχει μεγάλα δέντρα
διακλαδώσεις, υπόγειες αποφύσεις, συστάδες και
αλέες
και ρομαντικά φύλλα στους δρόμους
η νύχτα έχει ένα νταμάρι
κομμάτια πέτρες, σκαμμένα βράχια και
υγρές στοές και
τρύπες
γεμάτες μπαρούτι
κάποιες φορές
δεν ξέρουμε αν μόλις ανάψαμε το τσιγάρο μας
ή το μακρύ φυτίλι του δυναμίτη.

Όρθρος

Σκυμμένος για λίγα δευτερόλεπτα πάνω σου
πάνω απ’ τον πρωινό σου ύπνο
που συνεχίζεται ακόμα
φορεμένο μπουφάν τσάντα κλειδιά στο χέρι
και καθώς τεντώνομαι πάνω απ’ το κρεβάτι να φτάσω το πρόσωπο σου
όλο το κορμί μου παίρνει το σχήμα εκείνων των σήμαντρων
που βλέπεις καμιά φορά σε παλιές εκκλησίες και μοναστήρια
κάτι ελαφρώς λυγισμένα προς τα κάτω σιδερένια ελάσματα
στέκομαι έτσι για λίγο από πάνω σου, συμπαγής
και περιμένω να ξυπνήσεις
“καλημέρα” και καθώς τα χείλη σου ακουμπάνε τα δικά μου
ακούω να αντηχεί το μέταλλο ως μέσα μου
ενώ μόρια μου πετάγονται με δύναμη στον αέρα
έπειτα κάνω λίγο πίσω, ξεκρεμιέμαι απ’ τη λεπτή σκουριασμένη
αλυσιδίτσα που με κράτησε τόση ώρα από πάνω σου
και φεύγω.
Από
μικρό παιδί
Από μικρό παιδί σιχαινόμουνα τους οδοντιάτρους
στον πρώτο πόνο γέμιζα το στόμα μου με depon
και ασπιρίνες, μόνο και μόνο για να μην καθίσω μπροστά στον
εκτυφλωτικό τους προβολέα. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο
κάποιο πρωί σερνόμουν μπροστά στην πόρτα
και υπέμενα -δουλικά- τα χέρια τους
το ατύχημα βέβαια ήταν ότι αυτή την τακτική
την ακολούθησα και με τους ανθρώπους
τα αναλγητικά τότε άλλαζαν μορφή και σχήμα
δεν πουλιόνταν στα φαρμακεία και τα περίπτερα αν και η τανάλια
παρέμενε πάντα τανάλια που γρήγορα
και άχαρα ξερίζωνε.

25η
Μαρτίου

Εκείνη η 25η Μαρτίου έπεφτε Κυριακή
και δε φύσαγε καθόλου
πάλι καλά, αλλιώς οι κυματισμοί της σημαίας του γείτονα
θα μας έφερναν όλη τη μυρωδιά
απ’ τη σκορδαλιά του.
Καλός οικογενειάρχης, με δύο παιδιά
κατέβηκε απ’ το πρωί στο γκαράζ της πολυκατοικίας
έκλεισε την κεντρική πόρτα, σίγουρα μας βλαστήμησε
από μέσα του – την άλλη μέρα θα κόλλαγε σημείωμα στο ασανσέρ
“παρακαλούνται οι ένοικοι να κλείνουν τα βράδια . . . “
και κάτω απ’ τον ίσκιο της σημαίας
έπλενε την ασημί BΜW του
όταν πέρναγαν σε σχηματισμό τα αεροπλάνα έμενε
με το σφουγγάρι στο χέρι και θαύμαζε
ένας Σαλαμινομάχος σε αργία.

Πείσμα

Ξυπνάς το πρωί
ανοίγεις το παράθυρο κοιτάζεις έξω και
απορείς, τι διάολο άντεξε άλλη μια
νύχτα αυτή η πόλη;

Γνωριμία

Όταν σε γνώρισα άπλωσα τα χέρια μου
και ξεκάρφωσα από πάνω τους ουρανούς μου
έκλεισα γρήγορα όλες τις θάλασσες
δίπλωσα λιβάδια βράχους δέντρα
μάζεψα ζώα πουλιά και ψάρια μου
ήχους χρώματα και μουσικές έκρυψα
γρήγορα όπου βρήκα
ένα πράγμα μόνο άφησα στη θέση του
να μην αστοχήσεις με τίποτα
να βρεις σίγουρα κέντρο
εμένα
ένα κουφάρι γεμάτο σκοτεινούς χειμώνες.

Προτιμήσεις

Μου αρέσουν στο κέντρο της Αθήνας
οι παλιές πολυκατοικίες
του μεσοπολέμου
αυτές, που όταν βρίσκονται σε γωνία, τα μπαλκόνια τους
δε σχηματίζουν μύτη αλλά
μεγάλες συμμετρικές καμπύλες
μ’ αρέσουν, γιατί θα μπορούσα
να τις αγκαλιάσω.

Ωραίες
ξεχασμένες ιστορίες: οι αλλαγές

Η γη ήταν πάντα μια σφαίρα που γύριζε
εμείς όμως
αγκιστρωμένοι για τα καλά στις σχέσεις μας
στους φίλους, στη δουλειά
σε αυτό το σπίτι
που έδειχνε να έχει πάντα την πόρτα στραμμένη ανατολικά
νιώσαμε κάποια στιγμή τόσο
απότομα τη φυγόκεντρο
σαν κλωτσιά πάνω στο στήθος
που γέμισαν εύκολα τα πνευμόνια αίμα
ράγισαν οι κλείδες, έσπασαν εσωτερικά όργανα
και μείναμε με μια αμάθητη σε κινήσεις σπονδυλική στήλη
να αναζητούμε τόσο καιρό
μια οποιαδήποτε μορφή ισορροπίας
μια οποιαδήποτε κίνηση πάνω σε αυτό το γλιστερό χώμα
που να θυμίζει δίποδο
σε όρθια στάση.

Σπίτι
με δυο πόρτες

Το σπίτι μου έχει δυο πόρτες
η μια θα ήθελε να είναι πάντα ανοιχτή
μόλις πιάσω ένα κλειδί στα χέρια μου
μόλις τραβήξω λίγο τον παλιό σύρτη δεξιά
ανοίγει γρήγορα και μπαίνουν όλοι μέσα
πρώτα οι μεγάλες παρέες των φίλων χωρίς ενοχές
και πίσω τους οι επιδιορθωτές ρολογιών
που με δυο-τρεις κινήσεις τα κάνουν να τρέχουν πιο γρήγορα
οι κοπέλες για τα τηλεφωνά και για την υποδοχή, κανονίζουν τα ραντεβού
τα ξενύχτια, τα ανοίγματα σε νέους φίλους (κύριε, κύριε οι εκμυστηρεύσεις
καλύτερα τις βραδινές ώρες)
οι μελετητές απρόοπτων καταστάσεων και
οι εφευρέτες δικαιολογιών για τα αργοπορήματα στη δουλειά
απ’ τους πρώτους βέβαια κάτι τύποι για τα ποτά
και οι έμπειροι κεραστές που ξέρουν πώς να ανοίγουν τις μουδιασμένες παρέες
οι μεσημεριανοί αφυπνηστές και οι οδηγοί με τους χάρτες και τα δρομολόγια
για τα νέα στέκια της πόλης (συχνότερα τηλέφωνα κύριε στους παλιούς φίλους
και κυρίως περισσότερες απρόσκλητες επισκέψεις και μη ξεχνάτε βέβαια
εκείνες τις ιστορίες που τους κάνουν όλους να γελούν)
οι φροντιστές ντροπών και ενοχών
και αποφυγής βέβαια των ίδιων λαθών
που ένα πάνω στο άλλο
έκαναν τη δεύτερη πόρτα
να μένει συνέχεια κλειστή
στέκεται απ’ έξω το φθινόπωρο
σαν παιδί που δεν ξέρει αν πρέπει
να φύγει ή να χτυπήσει
ο μεγάλος χειμώνας
κοιτώντας νευρικά δεξιά-αριστερά
χτυπάει και το ένα του χέρι χωμένο στην τσέπη
η άνοιξη
που τόσα χρόνια ξέρει κι όμως ακόμα έρχεται
ως και το καλοκαίρι
να περιμένει απ’ έξω
σαν σε γκισέ δημόσιας υπηρεσίας
το σπίτι μου έχει δυο πόρτες
δυο, όσο και να προσπάθησα
όσο και να ζήτησα
να έχει μόνο μια.

0 Comments

You can be the first one to leave a comment.

Leave a Comment


Nice Theme
Nice Theme
WordPress Themes