ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ της Μ. Μεταξά

ΠΑΙΔΕΙΑ — By mixalis on December 30, 2011 at 13:07

Αιώνας αλλεπάλληλων συμφορών και αποτρόπαιων δεινών υπήρξε για την Ευρώπη ο 14ος αιώνας. Λιμοί, πόλεμοι και μια θανατηφόρα επιδημία αυτή της πανώλης, αποδεκάτισαν τον πληθυσμό, προκάλεσαν μαζικές κοινωνικές αναστατώσεις και δημιούργησαν κύμα φυγής από τις επικίνδυνες ζώνες. Ο θάνατος κυριαρχούσε απ΄ άκρου σ΄ άκρου για δεκαετίες. Αγροτικές εξεγέρσεις εκδηλώθηκαν στην Αγγλία και στη Γαλλία κατά την περίοδο του ύστερου Μεσαίωνα ενώ ταυτόχρονα την περίοδο αυτή ξεσπούν πολιτικές αναταραχές και στις πόλεις, με αντικείμενο διαμάχης τη διανομή της εξουσίας.

Η κοινωνική κρίση επηρέασε και άγγιξε και την εκκλησία καθώς η ισχύς του παπισμού μειώθηκε δραματικά έναντι της κοσμικής εξουσίας. Το Μεγάλο Σχίσμα έδωσε το τελειωτικό χτύπημα και υπονόμευσε περισσότερο τον παπικό θεσμό. Μέσα από πολλές ανακατατάξεις ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης θα διαφοροποιηθεί άρδην.

Στην νοτιανατολική Ευρώπη, οι Οθωμανοί Τούρκοι κατακτούν σχεδόν όλη τη βαλκανική χερσόνησο, η Ρωσία και η Λιθουανία κυριαρχούν στο χώρο της Ανατολικής Ευρώπης, ενώ τέλος στη Δύση και γύρω στο τέλος του Μεσαίωνα η μοναρχία εδράζεται σε 3 κυριαρχικά κράτη: την Αγγλία, τη Γαλλία και την Ισπανία.

Το τέλος του Μεσαίωνα σφραγίζεται με την εμφάνιση του Ουμανισμού και της Αναγέννησης που ήδη από τα μέσα του 15ου αιώνα θα συντελέσουν στην απαρχή των Πρώιμων Νέων Χρόνων στην τέχνη, στη λογοτεχνία και στη διανόηση. Με επίκεντρο την Ιταλία και πιο συγκεκριμένα τη Φλωρεντία η Αναγέννηση άρχισε να εκδηλώνεται ήδη από το 14ο αιώνα για να φτάσει ως καλλιτεχνικό και πνευματικό κίνημα στην ακμή και στην κορύφωσή του να απασχολεί όλο τον 15ο και 16ο αιώνα.

Η ανθρώπινη αξία, η ανθρώπινη οντότητα αναδείχθηκε και επισημάνθηκε μέσα από το ιδεολογικό πρίσμα της Αναγέννησης. «Η Αναγέννηση έφερε τον άνθρωπο στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος και πίστεψε στην ικανότητά του να διαμορφώνει και να υποτάσσει τον κόσμο, σε αντίθεση με τη θρησκευτικότητα και τον μυστικισμό του Μεσαίωνα, ο οποίος ήθελε τον άνθρωπο ένα ταπεινό, αμαρτωλό και αβοήθητο ον, έρμαιο της θεϊκής πρόνοιας και των υπερφυσικών δυνάμεων»[1].

Η Ιταλική Αναγέννηση ύμνησε την ομορφιά της φύσης και του ανθρώπου. Οι Ιταλοί διανοούμενοι ανέδειξαν την αξία της κλασικής αρχαιότητας και προσπάθησαν να αντλήσουν απ΄ αυτήν πρότυπα ικανά. Ανέπτυξαν τις κλασικές σπουδές της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας και εξοικειώθηκαν με τα μνημεία και τα καλλιτεχνικά της επιτεύγματα. Η συμβολή της Αναγέννησης στον ευρωπαϊκό πολιτισμό εκφράστηκε με αξεπέραστο τρόπο στον τομέα των εικαστικών τεχνών. Τόσο η ζωγραφική όσο και η γλυπτική έχουν να αναδείξουν εξέχοντες εκπροσώπους, Ντονατέλο, Μιχαήλ Άγγελο (ζωγράφος επίσης), ενώ στους κορυφαίους ζωγράφους ο Μποτιτσέλι, ο Ραφαήλ, οι Τζιορτζιόνε, Τισιανός, Τιντορέτο και φυσικά ο κορυφαίος εκπρόσωπος και πρότυπο αναγεννησιακού ανθρώπου ο πολυπράγμων Λεονάρντο ντα Βίντσι.

 

Αναγέννηση της σκέψης

και του γραπτού λόγου στην Ιταλία

Αξιόλογη πρόοδος όμως παρατηρείται στον τομέα των γραμμάτων με κορυφαίους εκπροσώπους τον Πετράρχη, τον Μακιαβέλι, και τον Γκουντσαρντίνι χωρίς να παραλείψουμε τη συμβολή του Δάντη και του Βοκκάκιου. «Οι πρώτες ακτίνες της αναγεννησιακής αισθαντικότητας εκπέμπονται ήδη από την ποιητική του Δάντη, παρά το γεγονός ότι η κοσμοθεωρία του αλλά και οι θρησκευτικές του ενοράσεις που την περιβάλλουν εξακολουθούν να παραπέμπουν στις σταθερές του μεσαιωνικού προτύπου».[2]

Δάντης: ο φλωρεντινός βάρδος

Ο Φλωρεντινός βάρδος Δάντης Αλιγκιέρι (1265-1321) καθιερώνοντας τη λαϊκή διάλεκτο της Τοσκάνης και το κατεξοχήν εκφραστικό μέσο για την εξωτερίκευση ενός πηγαίου ψυχισμού, φτάνει συχνά σε ύψη συγκρινόμενα με την υψηλότερη γλώσσα των αρχαίων ποιητών μη εξαιρουμένων του Ομήρου και του Βιργιλίου, κορυφαίων δασκάλων του επικού ύφους.

 

«Mεσόστρατα της ζήσης μας φθασμένης
στο μαύρο δάσος είχα ξεστρατίσει
ο ίσιος δρόμος ήτανε χαμένος.
Α φρίττει ύπαρξη να ομιλήσει.
τραχειάς ερμιάς σκληρόπλεκτο λαγκάδι
το φόβο λογισμός του θα αναστήσει».[3]

Η Θεία Κωμωδία, έργο κεφαλαιώδους σημασίας του ποιητή, μπορεί να συγκριθεί με την κλασική τριλογία, που αποτελείται από το 1ο μέρος της από την «Κόλαση» την τρικυμία δηλαδή των παθών και των ανθρώπινων πόθων, το 2ο μέρος από το «Καθαρτήριο» την καταπράυνση δηλαδή αυτών των παθών, και από το 3ο μέρος από τον «Παράδεισο» την πλήρη δηλαδή γαλήνευση και ικανοποίηση όλων των ανθρώπινων παθών στην ενατένιση του Θεού. Κατά τον τρόπο αυτό επαληθεύεται ο Αριστοτέλης που μίλαγε για «κάθαρση» για τέλος δηλαδή γαλήνιο και ευτυχές. Η Θεία Κωμωδία, στην ουσία είναι μια ανθρώπινη τραγωδία καθώς η ψυχή μέσα από την παγίδευση μέσα από το έρεβος, προσπαθεί να πετύχει την ανάταση και την ένωσή της με το Θεό.

Μια λέξη, ένα πεπρωμένο, γραμμένο με μελάνι ανεξίτηλο, «το ιερό ποίημα, όπου ο ουρανός και η γη έχουν βάλει το χέρι τους» συμπυκνώνει έτσι την ιστορία ανθρώπων και βιβλίων μέσα σε μια κίνηση, μια γραμμή, ένα επιγραφικό σημείο, σαν η Θεία Κωμωδία να ήταν το «αρχείο βαπτίσεων» της αιωνιότητας[4].

Το ταξίδι του ποιητή δια μέσου των 3 βασιλείων του χριστιανικού δόγματος αναπαριστά αλληγορικά την απολύτρωση του μεσαιωνικού ανθρώπου και έτσι ο Δάντης αναδεικνύεται προπομπός των προβληματισμών που κυριάρχησαν στην αναγεννησιακή φιλοσοφία.

Πετράρχης: ο αρχετυπικός διανοούμενος

Ο αρχετυπικός όμως διανοούμενος της καινούργιας εποχής όπως επισημαίνει ο Π. Βαλλιάνος, είναι αναμφισβήτητα ο Πετράρχης (1304-1374) ο οποίος αναγγέλει τον ουμανισμό, όχι μόνο γιατί τοποθετεί τη γραφή κάτω από τη σφραγίδα του χρόνου (όπως τα θέματα του θανάτου και της δόξας), αλλά και γιατί διατρέχει το χώρο της Ευρώπης, σαν αυτή να μην ήταν παρά ένα απομεινάρι του χρόνου που θέλει να ξαναβρεί[5].

Υπήρξε πασίγνωστος για τα σονέτα του -μάλιστα θεωρείται- εκείνος που τελειοποίησε αυτόν τον περίπλοκο και απαιτητικό εκφραστικό τύπο. Ένας από τους κύριους σκοπούς τους οποίους επιδίωξε καθόλη τη διάρκεια της ζωής του ο Πετράρχης, ήταν η αναζωογόνηση των ελληνικών και λατινικών σπουδών. Είχε δε και ο ίδιος διδαχθεί τα ελληνικά έχοντας ως δασκάλους το μοναχό Βαρλαάμ τον Καλαβρό και το λόγιο Λεόντιο Πιλάτο. Ελπίζοντας σε μια ριζική αλλαγή του πνευματικού πολιτισμού μέσω των κλασικών σπουδών υπήρξε ο πρώτος ανθρωπιστής. Στο έπος του «Αφρική» γραμμένο σε έμμετρο στίχο, υμνεί τον Σκιπίωνα τον Αφρικανό τον Πρεσβύτερο και το ρωμαϊκό μεγαλείο. Ο Αφρικανός είναι ένα έργο που εκτιμάται τόσο για τις επικές του αρχές όσο για το ποιητικό κάλλος των στίχων του. Στον Πετράρχη αποδίδονται οι «Έμμετρες Επιστολές» αλλά και φιλοσοφικού περιεχομένου πεζά έργα. Το άριστο όμως μέρος του έργου του και στο οποίο οφείλεται η μεγάλη του φήμη είναι τα ιταλικά ποιήματα «Η λυρική συλλογή» ή αλλιώς «Ρίμες» που περιλαμβάνει ερωτικά ποιήματα εκτός ελαχίστων και αποτελεί ένα από τους πολυτιμότερους λυρικούς θησαυρούς της Ιταλίας.

Χωρίς να κάνει κατάχρηση αφηρημένων εκφράσεων και χωρίς να προσωποποιεί διαρκώς τις αφηρημένες έννοιες όπως έπρατταν οι προηγούμενοι ποιητές, ο Πετράρχης επιτυγχάνει να δίνει πλήρη και έντονη έκφραση στην ψυχική ζωή του ανθρώπου. Καθαρότητα και σαφήνεια της γλώσσας, πλούτος στα διανοήματα, εκφραστικοί τρόποι και εικόνες, μουσικότητα και τρυφερότητα στην έκφραση, τον τοποθετούν μεταξύ των πρώτων λυρικών ποιητών των Ιταλίας. Στους «Θρίαμβους» το τελευταίο γραμμένο ποίημα στην ιταλική γλώσσα απεικονίζονται η ανθρώπινη τύχη και η ματαιότητα των εγκοσμίων. Το έργο διαιρείται σε 6 μέρη όπου στο πρώτο το λόγο έχει ο έρωτας ως παντοδύναμος και κυρίαρχος όλων των ανθρώπων. Η Λάουρα που στοιχειώνει τη ζωή του Πετράρχη στο δεύτερο μέρος νικά το θάνατο ενώ στο τρίτο ο θάνατος νικά τη Λάουρα. Η δόξα θριαμβεύει έναντι του θανάτου στο τέταρτο μέρος και ο χρόνος καταβάλλει τη δόξα στο πέμπτο. Τέλος στο έκτο και τελευταίο μέρος η θεότητα ως κυρία του χρόνου και επομένως ως κυρίαρχος όλου του κόσμου παρίσταται και υπερνικά.

Βοκκάκιος: καλύτερα ποιητής παρά έμπορος

Επικαλούμαι εδώ τη μαρτυρία όλων των θυμάτων του Έρωτα,

των τωρινών ή των περασμένων[6].

Ο Βοκκάκιος άνοιξε με τα έργα του νέους ορίζοντες για την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Θαύμασε και μιμήθηκε το Δάντη, αφοσιώθηκε στον Πετράρχη με μια φιλία πιο δυνατή και από το θάνατο, ύμνησε τη Φιαμέτα του σαν άλλη Βεατρίκη ή Λάουρα, μελέτησε την αρχαία και τη μεσαιωνική λογοτεχνία, στάθηκε πηγή έμπνευσης για τον Τσώσερ και το Σαίξπηρ, έγραψε σπουδαία ποίηση και –κυρίως- τα πρώτα έντεχνα ιταλικά μυθιστορήματα[7].

Ως πρώτο του έργο αναφέρεται «ο Filocolo», μυθιστόρημα σε πεζό λόγο, με θέμα τους ίδιους τους έρωτες του. Στην «Amorosa Fiameta» ο συγγραφέας θέτει την Φιαμέτα να διηγείται σε πρώτο πρόσωπο τους στεναγμούς, τις ελπίδες, τις συγκινήσεις, τις αμφιβολίες, τους θυμούς, τις συναισθηματικές της μεταπτώσεις, τις μάταιες συμβουλές της αγαπητής της τροφού. Το διασημότερο όμως έργο του Βοκκάκιου που συνέγραψε ενώ βρισκόταν στην Νάπολη κατά τη διάρκεια του φονικού λοιμού που μάστιζε τη Φλωρεντία, είναι αναμφισβήτητα το «Δεκαήμερο» που ολοκλήρωσε το 1353. Το έργο παραδόθηκε αμέσως στη δημοσιότητα και παρόλες τις δυσκολίες η διάδοσή του σε όλη την Ιταλία ήταν ταχύτατη. Αποτελούμενο από 100 διηγήματα και διαιρεμένο σε 10 μέρη και 1 προοίμιο ο συγγραφέας περιγράφει τον καταστρεπτικό λοιμό. Ο Βοκκάκιος άντλησε υλικό τόσο από γαλλικές, ιταλικές και ανατολίτικες πηγές αλλά και από κλασικές και μεσαιωνικές παραδόσεις. Γνώριζε όμως την τέχνη να αναδημιουργεί τόσο καλά το δανειζόμενο υλικό, ώστε να το καθιστά πρωτότυπο και προσωπικό. Μέσα στο «Δεκαήμερο» βρίσκουμε την πλέον ισχυρή πολεμική εναντίον των ιδεών του Μεσαίωνα. Εκεί έχουν αποτυπωθεί εικόνες τύπων αθάνατων όπως ο πάτερ Κρεμμύδας, ο Μαρτελίνος, ο Μαζέτος, ο μοναχός Ρούστικος, οι οποίοι στολίζουν τον εύθυμο επικήδειο του Μεσαίωνα και ψάλλουν την ανατολή του νέου κόσμου.

Μακιαβέλι: σκοτεινό και ανατριχιαστικό αίνιγμα

Ο Νικόλαος Μακιαβέλι του οποίου η πνευματική δραστηριότητα υπήρξε μεγίστη θεωρείται ένας πραγματιστής πολιτικός και φιλόσοφος, μολονότι η εκκλησία της Ρώμης τον αφόρισε ενώ οι διαμαρτυρόμενοι θεώρησαν τον όνομά του συνώνυμο με το Σατανά. Τα έργα του που τον κατέστησαν αθάνατο και έγιναν αφορμή λόγω του περιεχομένου τους να παρεξηγηθεί ο συγγραφέας όσο κανένας άλλος μέχρι τότε, ήταν οι «Ομιλίες» πάνω στην πρώτη δεκάδα του Τίτου Λίβιου που δημοσιεύτηκαν το 1531 και ο «Ηγεμόνας» που εκδόθηκε το 1532. Τα δύο αυτά έργα περιέχουν τις κατεξοχήν πολιτικές θεωρίες του Μακιαβέλι οι οποίες στο σύνολό τους ονομάσθηκαν μακιαβελισμός και δυσφημίσθηκαν σφοδρά. Ο «Ηγεμόνας» εκθέτει τα μέσα επικράτησης ενός φιλόδοξου άνδρα ενώ οι «Ομιλίες» τα μέσα επικράτησης σ΄ έναν φιλόδοξο λαό. Στα έργα αυτά βρίσκονται ενωμένα σε σπάνια και τέλεια αρμονία τα προσόντα του δρώντος και του πολιτικού άνδρα. Οι σκέψεις του έχουν την πρακτική και ζωηρή εκείνη μορφή η οποία τις χαρακτηρίζει και τις διακρίνει από τις αόριστες θεωρίες των περισσότερων πολιτικών φιλοσόφων. Ο Μακιαβέλι «φαίνεται ολόκληρος ως ένα σκοτεινό και ανατριχιαστικό αίνιγμα. Ένα χονδροειδές συνονθύλευμα απρέπειας και όλων των σχετικών προς την απρέπεια ιδιοτήτων, ένα συμπίλημα αντινομιών. Εγωισμός και γενναιοφροσύνη, σκληρότητα και καλοσύνη, σατανική πονηριά και αγαθότητα, ειδεχθής κατάπτωση και μεγαλειώδης έξαρση, η πλέον γλοιώδης και έρπουσα κολακεία και δειλία και ταυτόχρονα γενναίος ιπποτισμός και ηρωισμός περήφανος, ιδού ποια αντίθετα συναισθήματα εμφανίζονται σε ολόκληρο το έργο του»[8].

Ο ιδιωτικός και δημόσιος βίος του υπήρξε ευθύς και έντιμος, οι δε ηθικές του απόψεις εάν διαφέρουν από αυτές των ατόμων που πρεσβεύουν το περιβάλλον του διαφέρουν σαφώς προς το καλύτερο. Η φρίκη που γέννησαν οι πολιτικές του θεωρίες δεν οφείλεται σε καμία δική του σατανικότητα. Εκείνος διατύπωσε με τρόπο σαφέστερο από κάθε άλλο συγγραφέα τις αρχές του τις οποίες κατά γενική άποψη παραδέχονταν οι σύγχρονοί του και τις οποίες κι αυτός είχε υιοθετήσει. Οι οδηγίες που παρείχε ο Μακιαβέλι σ΄ εκείνους που θέλουν να ασκούν εξουσία, προκάλεσαν την εξέγερση της ηθικής συνείδησης πολλών οι οποίοι ζήτησαν μέσω των συγγραμμάτων να τις ανατρέψουν ως ασυνήθιστες και απορριπτέες. Ωστόσο ο τρόπος εξαγωγής των πορισμάτων του ιστορικού παρελθόντος των αρχών αυτών και ο τρόπος διατύπωσής των ως μοιραίων καθηκόντων του άρχοντα και κάθε κράτους αναδεικνύουν το Μακιαβέλι ένα από τους αντικειμενικότερους, αληθέστερους πολιτικούς τους οποίους γέννησαν οι αιώνες.

 

Όψεις της αναγεννησιακής κίνησης

και στην Κρήτη

Η Κρητική λογοτεχνία είναι ότι σπουδαιότερο έχει να επιδείξει η ελληνική γραμματεία όχι μόνο τόσο σε όγκο, αλλά και σε ποιότητα και χάρη. Η ακμή της συμπίπτει με την παγίωση της ενετικής κατοχής στην Κρήτη και τη μετάδοση της ιταλικής φιλολογίας. Παρόλο που βρέθηκαν κάτω από την επίδραση της Δύσης και την επίδραση της Ανατολής οι Κρήτες λογοτέχνες δεν χάθηκαν. Κατόρθωσαν παρόλη την έλλειψη πρωτοτυπίας και παρόλη τη μακρολογία και ταυτολογία -ελαττώματα βασικά της εποχής- να δώσουν στη λογοτεχνία εξαίσιους στίχους, θαυμάσια χορικά, συγκινητικά ποιήματα, να ανυψώσουν το γλωσσικό όργανο και το μέτρο, ώστε να μπορέσουν να υπηρετήσουν καλλιτεχνικούς σκοπούς και να θέσουν τη βάση της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Γύρω στο 15ο αιώνα η γλωσσική μορφή των ποιημάτων βελτιώνεται αισθητά. Τα διδακτικά θέματα και τα μοιρολόγια της ξενιτιάς μένουν στην άκρη, προκειμένου να συνθέσουν έργα σπουδαιότερα, ερωτικά ποιήματα, διηγηματικά, ποιμενικά ειδύλλια, κωμωδίες, μυστήρια, δράματα και έπη.

Βιτζέντζος Κορνάρος: ο Ερωτόκριτος

Τα πάθη μου δεν τα ΄παθε μηδέ η Αρετούσα

που ΄γάπα το Ρωτόκριτο και την ετυραγνούσα.

Το σπουδαιότερο έργο της κρητικής λογοτεχνίας το έπος του Βιτζέντζου Κορνάρου ο «Ερωτόκριτος». Παρόλη την απλότητα του συγγραφέα, τους αναχρονισμούς και την μακρότητά του, δεν έπαυσε ποτέ να είναι το περισσότερο εμπνευσμένο ποίημα, του οποίου ο δημιουργός έβγαλε από τα λαϊκά σπλάχνα, δέχθηκε γενναία τη συνδρομή της λαϊκής μούσας και αντίληψης και με τη λαμπρή του παραστατικότητα και φαντασία άφησε δροσερούς και αγνούς στίχους. Ο συγγραφέας μολονότι ζει τους τελευταίους ενετικούς χρόνους, μεταχειρίζεται γλώσσα καθαρή, παραπλήσια των δημοτικών τραγουδιών, διατηρώντας τους συνήθεις ιδιωματισμούς, στίχο πολιτικό, εύπλαστο με λαϊκή μορφή, ρίμα ρέουσα, αβίαστη ποικίλη και πλούσια. Στο ρομαντικό του και συνάμα ιπποτικό του έργο, εξύμνησε την ανδρεία, την άδολη φιλία και τον έρωτα. Κανένα έργο της βυζαντινής και μεταβυζαντινής λογοτεχνίας δεν έγινε αντικείμενο τόσων μελετών όσο ο Ερωτόκριτος. Από τις αρχές του 19ου αιώνα πολλοί είναι οι ερευνητές που ασχολήθηκαν με το έργο, διατύπωσαν διάφορες γνώμες και προσπάθησαν να απαντήσουν στα ποικίλα προβλήματα που συναντά η μελέτη του. Είναι σαφές ότι ο ποιητής του Ερωτόκριτου δέχθηκε την επίδραση του ενετικού περιβάλλοντος εντός του οποίου ζούσε. Παντού μέσα στο ποίημα παράλληλα με την ενετική γίνεται έκδηλη και η επίδραση του ελληνικού περιβάλλοντος, της ελληνικής ζωής, την οποία ζούσε και αισθανόταν ο ποιητής. Ο Φωριέλ είχε παρατηρήσει ότι ο υμνούμενος έρωτας του Ερωτόκριτου δεν είναι ο παράφορος και γεμάτος πάθος που διακρίνουμε σε παρόμοια φράγκικα ποιήματα αλλά είναι «ένας έρωτας διαπνεόμενος από το ελληνικό κλίμα και από την ιπποτική γυναικολατρεία»[9].

Γεώργιος Χορτάτζης: η Ερωφίλη

Κι έκαμε την πανώριαν του με ζαχαρένια χείλη

μαζί με τον Κατζάροπον την άξιαν Ερωφίλη

Γύρω στα 1600 ο Γεώργιος Χορτάτζης, Ρεθύμνιος ποιητής για τον οποίο δεν έχουμε παρά ελάχιστες πληροφορίες, μας δίνει την «Ερωφίλη» τραγωδία μακροσκελέστατη με θαυμάσια όμως χορικά. Παρεμβάλλονται intermezza που αντλούν την υπόθεσή τους από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο. Η υπόθεση της τραγωδίας αφορά τον έρωτα της κόρης του βασιλιά της Αιγύπτου της Ερωφίλης προς τον Πανάρετο, ορφανό παιδί της αυλής του βασιλιά και το τραγικό τέλος αυτού του έρωτα. Στη μεγάλη αξία που έχει το έργο συμβάλλουν η καθαρά δημώδης γλώσσα καθώς και η άψογη στιχουργική του. Η τραγωδία είναι γραμμένη στο ιδίωμα της δυτικής Κρήτης, το οποίο παρουσιάζει επουσιώδεις διαφορές σε σχέση με το ανατολικό ιδίωμα στο οποίο έχει γραφεί ο Ερωτόκριτος. Ο χαρακτήρας της γλώσσας είναι κατεξοχήν δημοτικός. Οι δεκαπεντασύλλαβοι είναι τεχνικότατοι, διαφέρουν όμως από αυτούς που χρησιμοποιούνται στα δημοτικά τραγούδια ως προς τη δομή και την αρχιτεκτονική τους.

Την ίδια περίπου εποχή μέσα σε ορθόδοξο έδαφος γράφτηκε κάτι σα μια σύντομη περίληψη της Παλαιάς Διαθήκης. Το έργο αυτό δεν εντάσσεται αναγκαστικά μέσα στα πλαίσια της ιστορίας της λογοτεχνίας. Ο Κρητικός Γεώργιος (Γεωργίτζης) Χούμνος, που μαρτυρείται ως νοτάριος μεταξύ 1480 και 1500 στην πατρίδα του το Χάνδακα, έγραψε σε στενή σχέση με την Παλαιά Διαθήκη 2.800 ομοιοκατάληκτους πολιτικούς στίχους, παράφραση της βιβλικής προϊστορίας και της ιστορίας των πρώτων χρόνων, με άλλα λόγια παράφραση των 2 πρώτων βιβλίων της Πεντατεύχου. Το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Παλαιόν δια στίχων»[10].

Επίσης ο Ρεθύμνιος Ιωάννης Πικατόρος συγγράφει τη «Ρίμαν θρηνητικήν εις τον πικρόν και ακόρεστον Άδην» ένα έργο στο οποίο συγχωνεύονταν αρχαίες παραστάσεις που περιγράφουν τον Άδη, με νεότερες που αναφέρονται στο Χάρο και που είναι εμπλουτισμένες με θεολογικές ιδέες.

Συμπερασματικά

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χάρη στην επίδραση της επανακτημένης κλασικής αρχαιότητας, η Αναγέννηση είναι η εποχή που συντελέστηκε ένα μεγάλο πολιτιστικό άλμα, στις τέχνες, στα γράμματα, στις επιστήμες. Η Ιταλική μάλιστα Αναγέννηση ήταν στην πραγματικότητα η κατάληξη μιας παρατεταμένης κυοφορίας, μιας εξελικτικής διαδικασίας που είχε αρχίσει μέσα στους κόλπους της κοινωνίας του μεγάλου Μεσαίωνα. Αυτή η κυοφορία απέδωσε εξαιρετικούς καρπούς στις τέχνες αλλά και στη σκέψη και στη διανόηση, πράγμα που διαπιστώσαμε στο παρόν πόνημα μερικώς, και μάλιστα απέδωσε καρπούς όχι μόνο στην κοινωνία που κινήθηκε εντός της αλλά επεκτάθηκε και σε άλλες κοινωνίες με διαφορετικά περιβάλλοντα, με διαφοροποιημένες μεθόδους σκέψης και προπαντός με άλλες αντιλήψεις. Εμφανής ήταν η επίδραση και η επιρροή της στον Κρητικό ορίζοντα που δέχθηκε μεταβολές και επενέργειες αλλά ταυτόχρονα όμως κατάφερε να τις ενσωματώσει στο κύτταρό του και να τις αξιοποιήσει με λαμπρά δείγματα γραφής.

 

 

 

Βιβλιογραφία

 

  • Βαλλιάνος, Π., Οι επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη, τόμος Β΄, ΕΑΠ, Πάτρα.
  • Ντάντε, Θεία Κωμωδία, Κόλαση (I-XIV), Canto I, έμμετρη επανεγγραφή Κώστας Σφήκας, Αιγόκερως, Αθήνα, 1986.
  • Πολίτης Κοσμάς, Βοκκάκιος, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1993.
  • Ράπτης, Κ., Γενική Ιστορία της Ευρώπης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης από τον 6ο έως τον 18ο αι., τόμος Α, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, 1999.

 

  • Beck, Hans-Georg, Η Βυζαντινή Χιλιετία, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1990.
  • Dusausoy, A.B., Fontaine G., Ευρωπαϊκά γράμματα, τόμος Α΄, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα, 1999.
  • Gidel, Ch., Nouvelles études sur la littérature grecque moderne, Εditions M.C., Paris 1945.
  • Macaulay, M., Κριτική βιογραφία στα Ιστορικά Δοκίμια, Τόμος Β΄, Φοίνιξ, Αθήνα 1930.

 

 

 


[1] Ράπτης, Κ., Γενική Ιστορία της Ευρώπης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης από τον 6ο έως τον 18ο αι., τόμος Α΄, σελ. 124, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, 1999.
[2] Βαλλιάνος, Π., Οι επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη, τόμος Β΄, σελ. 71, ΕΑΠ, Πάτρα.
[3] Ντάντε, Θεία Κωμωδία, Κόλαση (I-XIV), Canto I, έμμετρη επανεγγραφή Κώστας Σφήκας, Αιγόκερως, Αθήνα, 1986.
[4] Dusausoy, A.B., Fontaine G., Ευρωπαϊκά γράμματα, τόμος Α΄, σελ. 288, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα, 1999.
[5] όπ. παρ. σελ. 298.
[6] Βοκκάκιος, Πρόλογος στο Δεκαήμερο.
[7] Πολίτης Κοσμάς, Βοκκάκιος, σελ. 35, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1993.
[8] Macaulay, M., Κριτική βιογραφία στα Ιστορικά Δοκίμια, Τόμος Β΄, σελ. 325, Φοίνιξ, Αθήνα 1930.
[9] Gidel, Ch., Nouvelles études sur la littérature grecque moderne, σελ. 477-532, Εditions M.C., Paris 1945.
[10] Beck, Hans-Georg, Η Βυζαντινή Χιλιετία, σελ. 289, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1990.

0 Comments

You can be the first one to leave a comment.

Leave a Comment


Nice Theme
Nice Theme
WordPress Themes