ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ…μια τέχνη που πρέπει να χαθεί;

ΤΕΧΝΗ — By mixalis on February 27, 2011 at 18:54


Αφήνοντας πίσω μας τον εικοστό αιώνα μπορούμε να πούμε ότι αλλάζουν όλα γύρω μας. Αφήνουμε πίσω μας έναν κόσμο, έναν τρόπο ζωής πιο ανθρώπινο και οδεύουμε σε μια νέα εποχή σίγουρα πιο απρόσωπη, αλλά και πιο εύκολη. Τα πάντα εξελίσσονται και διαφοροποιούνται. Ο ηλεκτρονικός τρόπος ζωής έχει σφραγίσει και τις πιο απλές κινήσεις μας. Όλοι μιλούν για τα πλεονεκτήματα και τις διευκολύνσεις που μας προσφέρει.

Το άρθρο αυτό ίσως φανεί λίγο ρομαντικό σε μερικούς τη στιγμή που το βιβλίο ως αντικείμενο και πηγή πληροφόρησης, αν και κατέχει σημαντική θέση στη ζωή του καθενός μας, αντικαθίσταται όλο και περισσότερο από τα CD-ROMS και τις μεγάλες βάσεις δεδομένων. Παρ’ όλα αυτά τα πολύ ενδιαφέροντα ή λυπηρά, η παραδοσιακή μορφή του βιβλίου που σου δίνει τη χαρά να το πιάσεις, να το νιώσεις σαν κάτι ζωντανό, σαν ένα κομμάτι παιδικού ονείρου είναι αυτή που μας ενδιαφέρει. Και αυτήν τη στιγμή, το βιβλίο μας ενδιαφέρει ως οντότητα υλική, ως τέχνη, σαν αίσθηση.

Το βιβλίο κρατάει μια ξεχωριστή θέση ανάμεσα στα θέματα των εφαρμοσμένων τεχνών. Η βιβλιοδεσία είναι μία από τις τέχνες που το έχουν ως αντικείμενό τους.

Η καλλιτεχνική βιβλιοδεσία είναι μια τέχνη, ας πούμε, λίγο αγνοημένη στη χώρα μας, αλλά, τόσο συναρπαστική. Ο καλλιτέχνης βιβλιοδέτης είναι αυτός που θα προσπαθήσει να δώσει στο κάλυμμα του βιβλίου όλη την ομορφιά που κρύβει το περιεχόμενό του. Είναι αυτός που θα το κάνει γερό και ανθεκτικό στη χρήση, αλλά και δημιούργημα που να εκπέμπει με την πρώτη ματιά γοητεία..

Στη χώρα μας η μοναδική “σχολή” βιβλιοδεσίας είναι το Εργαστήρι Βιβλιοδεσίας Τέχνης του ΕΟΜΜΕΧ. Το πρόβλημα τώρα είναι ότι μάλλον δεν υπάρχει πια. Εδώ και ένα χρόνο (1992)  η σχολή αυτή δεν λειτουργεί σχεδόν καθόλου για λόγους που μόνο ο ΕΟΜΜΕΧ γνωρίζει. Αλλά ας αφήσουμε τον κ. Ανδρέα Γανιάρη  τον άνθρωπο που δημιούργησε αυτό το εργαστήριο μας τα πει καλύτερα

Ερώτηση : κ. Γανιάρη πότε ξεκίνησε να λειτουργεί το εργαστήρι και πώς;

Α. Γανιάρης : ΄Οταν καταλάγιασε ο ενθουσιασμός από τη χαρά για την πιο ελεύθερη περίοδο για την Ελλάδα, που έφερε η μεταπολίτευση, η ευφορία της ψυχής για ένα καλύτερο μέλλον και η ανάταση που νιώσαμε με το τέλος της δικτατορικής δοκιμασίας άρχισαν να χάνονται. ΄Οχι αδικαιολόγητα. Παντού ερείπια, καθυστέρηση, συναλλαγή. Δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο. Τίποτα γνήσιο, καθαρό, δημιουργικό και τίποτα στον ορίζοντα, που να μυνάει την αναγέννηση που τόσο απαραίτητη νιώθαμε ότι είναι για ένα καινούργιο ξεκίνημα και ένα πιο ευτυχισμένο αύριο για την πατρίδα μας.

΄Ηταν φυσικό τότε σε κάθε προσπάθεια ανανέωσης δημιουργικής, εποικοδομητικής, να βρίσκεσαι έτοιμος να πεις το ΝΑΙ, χωρίς καμιά αναστολή, μόνο με χαρά και προθυμία. Προθυμία για προσφορά, για αγώνες, για ανέβασμα.

Ακόμα περισσότερο όταν η προσπάθεια γίνεται για το δικό σου χώρο, για το δικό σου επάγγελμα, για τον ίδιο τον εαυτό σου και μάλιστα με εμπνευστή ένα φίλο και συνάδελφο που εκτιμάς απεριόριστα. Ήταν ο Δημήτρης Βαρδίκος που ξεκίνησε όλος ενθουσιασμό για το στέριωμα ενός σωματείου για βιβλιοδέτες, που θα τους βοηθούσε να περάσουν σε ένα πιο εξελιγμένο επίπεδο και να συντελέσουν και αυτοί οργανωμένα, συνειδητά στη νέα πολιτιστική περίοδο που ανοιγόταν γκρεμίζοντας συγχρόνως ότι είχε απομείνει από το ελεεινό συνδικαλιστικό όργανο (ένα σωματείο – σφραγίδα), που δεν εκπροσωπούσε κανέναν και όμως είχε ψήφο στο Δ.Σ. του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου. ΄Ενωσα τη φωνή μου με τη δική του και συνεργαστήκαμε όπως και με άλλους εκλεκτούς συναδέλφους, για να καταλήξουμε στην ίδρυση της Β.Ε.Κ.Β.Α. (Βιοτεχνική Ένωση Κλάδων Βιβλιοδεσίας Αττικής), το σωματείο των Ελλήνων Βιβλιοδετών.

Η εμπιστοσύνη των συναδέλφων μου που με εξέλεξαν για πρόεδρο του Σωματείου μας με υποχρέωσε να δραστηριοποιηθώ τόσο, ώστε να μην μένει ούτε μια ώρα ελεύθερη μέσα στο εικοσιτετράωρο και για μια οκταετία περίπου έδωσα ό,τι μπορούσα για το δυνάμωμα του Σωματείου μας. Το Σωματείο μας στάθηκε, δυνάμωσε, απόκτησε κύρος και υπόσταση. Αλλά και τίποτα να μην είχε κάνει, θα δικαίωνα την ύπαρξή του μόνο γιατί μου έδωσε την ευκαιρία να ζητήσω από τον ΕΟΜΜΕΧ και να γίνει η ίδρυση μιας Σχολής Βιβλιοδεσίας.

Ερώτηση : Αυτή όμως, απ’ ό,τι ξέρω δεν είναι μια συνηθισμένη σχολή όπως τουλάχιστον εννοούμε τις άλλες.

Α. Γανιάρης : Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται περί κανονικής Σχολής, αναγνωρισμένης από το κράτος, που δίνει έναν τίτλο σπουδών στο τέλος της φοίτησης, αναβολή στράτευσης κ.λπ., αλλά για ένα ελεύθερο εργαστήρι που όμως σου μαθαίνει μια Τέχνη σωστά. Τόσο σωστά που οι μαθητές της να διαπρέπουν σαν επαγγελματίες, να διακρίνονται σε διεθνείς εκθέσεις και διαγωνισμούς, να είναι ευτυχισμένοι, όπως όλοι οι δημιουργοί και να τιμούν την πατρίδα τους. “Μα, πώς είναι δυνατόν να υπάρξει σχολή, χωρίς να δίνει ένα “χαρτί”;” είχε ρωτήσει διστακτικά η κυρία Βάσω Παπανδρέου (τότε πρόεδρος του Δ.Σ.). Απάντησα πως πίσω από ένα “χαρτί” μπορεί να κρύβεται η οποιαδήποτε μετριότητα ή τεμπελιά ή κακογουστιά. Ο πραγματικά καλός καλλιτέχνης αναδεικνύεται από το έργο του καθημερινά και από την καλή του φήμη που έρχεται με τον καιρό. Δεν έχει ανάγκη από χαρτί. Θυμάμαι ότι χαμογέλασε. Στο επόμενο διοικητικό συμβούλιο εγκρίθηκε η ίδρυση του Εργαστηρίου Βιβλιοδεσίας του ΕΟΜΜΕΧ.

Ερώτηση : Φυσικά, το εργαστήρι αυτό το ξεκινήσατε εσείς με κάποιους άλλους. Μιλήστε μας για τους συνεργάτες σας και για την προσφορά σας στην επιμόρφωση των μαθητών σας.

Α. Γανιάρης : Για να λειτουργήσει το εργαστήρι σωστά ήταν απαραίτητοι οι κατάλληλοι άνθρωποι, που θα μοιράζονταν την ευθύνη για την οργάνωση του εργαστηρίου (μηχανήματα, υλικά κ.λπ.) και για τη διδασκαλία της βιβλιοδετικής τέχνης και όχι μόνο.

Ευτυχήσαμε να έχουμε σαν κύριο διδάσκοντα τη Φρόσω Γανιάρη -Βασιάδη που μόλις είχε επιστρέψει στην Ελλάδα ύστερα από τεσσάρων ετών σπουδές στο Παρίσι (Union Centrale des Arts Decoratifs) και με μια γαλλική άδεια ασκήσεως επαγγέλματος (C.A.P.) ύστερα από δύσκολες και απαιτητικές εξετάσεις. Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων αποδείχτηκε πως έκρυβε κι άλλα προσόντα που απ’ την αρχή δεν τα γνωρίζαμε. Αυτά ήταν η εξαιρετική μεταδοτικότητα, η επιμονή και υπομονή της, χαρίσματα που ενισχύονταν από τη μεγάλη της αγάπη για τους μαθητές της, αλλά και για την τέχνη της.

Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας ατμόσφαιρας φιλικής, αλλά και δημιουργικής συγχρόνως, όπου η αυστηρότητα για την τήρηση των κανόνων δεν οδηγούσε ποτέ σε ρήξη αλλά σε μια κοινή προσπάθεια δασκάλας και μαθητών για το ξεπέρασμα κάθε δυσκολίας με κέφι και δημιουργική διάθεση. Το μάθημα με τις συνθήκες αυτές γινόταν αμέσως απόλαυση και μυσταγωγία.

Αλλά το ίδιο ευτύχησε το εργαστήρι και με το δεύτερο διδάσκοντα, το ζωγράφο και χαράκτη Γιώργη Βαρλάμο, που θεωρώ σήμερα σαν τον πιο σημαντικό καλλιτέχνη στην Τέχνη του Βιβλίου. Μαθητής και συνεργάτης του μεγάλου Γιάννη Κεφαληνού και φυσικός διάδοχός του στη Σχολή Καλών Τεχνών, μετά το θάνατο του δασκάλου του, η πολιτεία τού αρνήθηκε την έδρα ζημιώνοντας όχι τον ίδιο αλλά τους εκατοντάδες των μαθητών που έχασαν την ευκαιρία να μαθητεύσουν κοντά του. Δεν την έχασαν όμως οι μαθητές του εργαστηρίου Βιβλιοδεσίας Τέχνης που σπούδασαν κοντά του το σχέδιο, το χρώμα, την μακέτα, το βιβλίο ολόκληρο. Το μάθημά του ποτέ σχεδόν δεν τελείωνε στην ώρα του. Καθυστερούσε ώσπου να ολοκληρωθεί ή συνεχιζόταν στο ατελιέ του και όχι σπάνια τελείωνε αργά τη νύχτα στο ταβερνάκι της γειτονιάς. Τι σπάνια τύχη για τους νέους καλλιτέχνες να ζουν αυτήν την ατμόσφαιρα και να ακούν με θρησκευτική ευλάβεια το ρυάκι με το νάμα της Τέχνης να κυλάει, καθώς τους μιλούσε ο δάσκαλός τους.

Υπήρχε και ο Παύλος. Ο Παύλος ο Μάρκου, άριστος τεχνίτης της βιβλιοδεσίας, ήταν ο αφανής ήρωας του εργαστηρίου. ΄Ηταν αφανής, γιατί τις περισσότερες φορές εργαζόταν πριν αρχίσουν να έρχονται οι μαθητές ή αφού είχαν φύγει, για να κάνει την επιθεώρησή του και να συντηρήσει τα μηχανήματα, να τακτοποιήσει ή να επισκευάσει τα εργαλεία, να βάψει και να ξαναβάψει καρέκλες, τοίχους, ντουλάπες και να φροντίσει ό,τι άλλο είχε ανάγκη επισκευής στο εργαστήρι. Χάρη σ’ αυτόν το εργαστήριο έχει πάντοτε άριστα μηχανήματα και εργαλεία και μοσχομυρίζει καθαριότητα και τάξη.

Η δική μου συμμετοχή ήταν ο συντονισμός στη λειτουργία του εργαστηρίου και η κατάθεση της προσωπικής μου πείρας γύρω από την Τέχνη αυτή, μια πείρα σαράντα τουλάχιστον ετών, που αφορούσε στην εικαστική ερμηνεία του βιβλίου, τα υλικά και τα υποκατάστατά τους, τη σύντομη ιστορία της Ελληνικής Βιβλιοδεσίας, τα αισθητικά προβλήματα και τα προβλήματα κοστολόγησης και συμπεριφοράς προς τον πελάτη. Αυτό όμως που κύρια προσπάθησα να τους “περάσω” ήταν η μεγάλη χαρά και ευτυχία που σου χαρίζει η καλλιτεχνική δημιουργία.

Ερώτηση: Ποιος ήταν ο τρόπος λειτουργίας και ποιες οι δραστηριότητες του εργαστηρίου;

Α. Γανιάρης : Τα απογευματινά μαθήματα – τρεις φορές την εβδομάδα-άφηναν ελεύθερο χρόνο στους σπουδαστές για πρακτική εξάσκηση τα ελεύθερα απογεύματα και όλα τα πρωινά. Τότε το εργαστήρι αποκτούσε μια άλλη ατμόσφαιρα, καθώς έβλεπες την προσπάθεια ζωγραφισμένη στο πρόσωπο των μαθητών να ξεπεράσουν τις τεχνικές δυσκολίες της δουλειάς, να αφομοιώσουν τις λεπτομέρειες του προηγούμενου μαθήματος. Αλλά και οι ήχοι που έφταναν στ’ αυτιά σου ήταν ένα μείγμα από αναστεναγμούς, από βογγητά μιας υπερπροσπάθειας, ανακατεμένοι με τις φωνές της ικανοποίησης και τις θριαμβικές ιαχές της απόλυτης επιτυχίας. Τότε τους ήχους αυτούς τους ένιωθες σαν θεσπέσια μουσική, που δύσκολα σου επέτρεπε ν’ ακούσεις την πάντοτε όμορφη μουσική που το μικρό ραδιοφωνάκι συντρόφευε στις ώρες αυτές της δημιουργίας την ομάδα των νεαρών καλλιτεχνών. Και πρέπει να πω ότι αυτό γινόταν κάθε μέρα και σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, γιατί το εργαστήρι δεν έκλεινε σχεδόν ποτέ. Εξαίρεση οι μέρες που το χρησιμοποιούσαμε σαν εκθεσιακό χώρο, για να στεγάσουμε μια έκθεση ή τη δουλειά των αποφοίτων. Πολλές εκθέσεις οργανώθηκαν και μόνο για την προβολή της δουλειάς των μαθητών του εργαστηρίου. Οι πιο σημαντικές ήταν αυτές που έγιναν στην αίθουσα του ΕΟΜΜΕΧ στην οδό Μητροπόλεως, η έκθεση στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, η έκθεση – διαγωνισμός που έγινε στη βιβλιοθήκη του Δημαρχείου και η έκθεση – σταθμός στο Κυπριακό Πολιτιστικό Κέντρο της οδού Ηρακλείτου. Δεν έχουν καταγραφεί, ατυχώς, όλες οι ατομικές ή ομαδικές εκθέσεις των μαθητών του εργαστηρίου βιβλιοδεσίας του ΕΟΜΜΕΧ.

Θα ήταν παράλειψη όμως αν δεν αναφέρω πέντε σημαντικές επιτυχίες μαθητών μας. Και είναι σημαντικές, γιατί βραβεύτηκαν από τους πιο απαιτητικούς, διεθνώς, κριτές. Πρόκειται για τη Λίτσα Μπίζα (χρυσό βραβείο), τη Βαγγελιώ Τζανετάτου (χάλκινο βραβείο) και τη Φωτεινή Μαρωνοπούλου (έπαινο), που τιμήθηκαν στον παγκόσμιο διαγωνισμό Prix Paul Bonet στην Ασκόνα της Ελβετίας το 1992, και για τον Κώστα Στείρο και την Μαρία Χατζηγιαννάκη που τιμήθηκαν με βράβευση από το Δήμο του Ciboure της Γαλλίας κατά την Μπιενάλε του 1995.

Οι νέοι αυτοί ωρίμασαν μέσα στο εργαστήρι βιβλιοδεσίας Τέχνης του ΕΟΜΜΕΧ σπουδάζοντας μια δύσκολη τεχνική και την κατέκτησαν. Αφομοίωσαν τα καινούρια ρεύματα της διακοσμητικής και πλούτισαν τα εκφραστικά τους μέσα. Γνώρισαν από κοντά και σε βάθος το αντικείμενο της τέχνης τους και συζήτησαν γι’ αυτό με τους πιο ειδικούς. Επισκέφθηκαν το τυπογραφείο του Αιμίλιου Καλιακάτσου, συζήτησαν με συγγενείς δημιουργούς στον τόπο που εργάζονται (Αλέκος Βαλσαμάκης), είδαν τις μεγάλες εκθέσεις που έγιναν και χάραξαν τη δική τους πορεία. Πάνω από τριάντα απόφοιτοι δημιουργούν σαν καλλιτέχνες της Βιβλιοδεσίας Τέχνης.

Ερώτηση: Και τώρα τι γίνεται; Απ’ ό,τι ξέρουμε υπάρχουν προβλήματα.

Α. Γανιάρης : Δεν είναι κρίμα αυτό το εργαστήρι να κλείσει; Και όμως. Τον περασμένο χρόνο δεν λειτούργησε για νέους μαθητές και αυτόν το χρόνο ακόμα δεν ξέρουμε τι θα γίνει. Σπαταλήθηκε πολύς χρόνος χωρίς να λαμβάνεται μια απόφαση. Αυτό είναι κακό, γιατί όλα σταμάτησαν. Είναι όμως και καλό, γιατί η καθυστέρηση σημαίνει ότι είναι δύσκολο να πάρεις την ευθύνη μιας άδικης καταδίκης ενός αθώου και στην προκείμενη περίπτωση την κατάργηση μιας σχολής που αποδίδει και που στοιχίζει ελάχιστα (ετήσιος προϋπολογισμός περίπου 5.000.000).

Ελπίζουμε η απόφαση να μην αργήσει και να είναι θετική. ΄Οταν είχαμε συζητήσει το θέμα αυτό με το Γιώργη Βαρλάμο, πικραθήκαμε και οι δυο πολύ. Εγώ είπα : “Θα προσπαθήσω μήπως και…”. Εκείνος γεμάτος απογοήτευση αναρωτήθηκε : “Καλά, τόσα χρόνια δεν κατάλαβαν ότι είχαν δημιουργήσει μια μικρή Σχολή Καλών Τεχνών;”

Μετά απ’ αυτά που τόσο γλαφυρά μας είπε ο κ. Γανιάρης, τα δικά μου λόγια περιττεύουν. Δυστυχώς στη χώρα μας το μόνο που μένει και συνοδεύει αυτούς που κάτι κάναν για τον τόπο, την τέχνη, τον πολιτισμό είναι η πίκρα. Ας ελπίσουμε και ας ευχηθούμε ότι σ’ αυτή την περίπτωση ο κανόνας θα γίνει εξαίρεση και θα ξαναδούμε το εργαστήρι να λειτουργεί και τη Βιβλιοδεσία Τέχνης να απολαμβάνει την τιμή και την προβολή που της αξίζει.

Μικρό βιογραφικό

 

Ο Ανδρέας Γανιάρης είναι γόνος μιας μεγάλης και παλιάς “βιβλιοδετικής” οικογένειας. “…θα πρέπει να αναφερθούμε ιδιαίτερα στην Ευφημία Γανιάρη, που ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη βιβλιοδεσία, δίνοντάς της μια υψηλή αισθητική στάθμη και βραβεύτηκε με αργυρό μετάλλιο στη Διεθνή έκθεση των Παρισίων το 1938 και με χρυσό μετάλλιο στη Διεθνή έκθεση της Νέας Υόρκης το 1936, καθώς και στην Ανθούλα Γανιάρη που άξια συνέχισε το έργο της μητέρα της, παίρνοντας το Α΄ βραβείο στις οργανώσεις εκθέσεων από τον Σύλλογο των Αθηναίων Φιλοτέχνων, επί σειρά ετών και ανοίγοντας με τα υψηλού επιπέδου δεσίματά της τις πόρτες της μεγάλης Πανελληνίου Εκθέσεως των εικαστικών τεχνών“.*

Ο Ανδρέας Γανιάρης έχει σπουδάσει στο τμήμα Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστήμιου. Άρχισε να εργάζεται ως βιβλιοδέτης δίπλα στην Ευφημία Γανιάρη, τη μητέρα του, το 1954. Από το 1954 έως το 1994 διατηρεί εργαστήρι βιβλιοδεσίας στην οδό Βουκουρεστίου στο Κολωνάκι. Από το 1958 είναι μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου.

Οι συμμετοχές του σε εκθέσεις και διαγωνισμούς είναι πολλές. Ενδεικτικά αναφέρουμε:

Αργυρό μετάλλιο Paul Bonet το 1971 στην Ασκόνα της Ελβετίας.
Ατομική έκθεση στην Ασκόνα της Ελβετίας το 1974.
Συμμετοχή στην Παγκόσμια έκθεση “Βιβλιοδεσία μια παγκόσμια τέχνη”στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Σαν Φρανσίσκο το 1982.

 

*άρθρο του Α. Γανιάρη στην έκδοση του  ΣΕΒ “Περί βιβλιοδεσίας”

0 Comments

You can be the first one to leave a comment.

Leave a Comment


Nice Theme
WordPress Themes