ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Κόφτες του Άγγελου Κούρου (α΄Μέρος)

ΠΟΙΗΣΗ — By mixalis on November 16, 2011 at 18:33


Πρωινό ξύπνημα

Όλη τη νύχτα στο κρεβάτι άλλαζε συνέχεια στάσεις
χέρια ψηλά, ποδιά ανοιγμένα
σε πλάγια θέση και με τα χέρια κλειστά
ποδιά λυγισμένα και το κορμί σε ευθεία θέση
κάθετα ή λίγο οριζόντια κάποιες φορές
όσο όμως πλησίαζε η αυγή έπαιρνε σιγά-σιγά
την ίδια ακριβώς στάση
κατέβαζε λίγο τα πόδια
άνοιγε ένα-ένα τα χέρια
γύρναγε το κορμί μπροστά
ώσπου το ξυπνητήρι πια τον έβρισκε ανάσκελα
με τα πόδια κολλητά και τεντωμένα προς τα κάτω
και με τα χέρια ανοιγμένα στα πλάγια
ένας ολοκαίνουργιος Εσταυρωμένος
όχι για κανένα παράδεισο μπροστά
μα κατευθείαν
για την επόμενη εργάσιμη μέρα.

Ξένος

Κάποια πρωινά όταν ξυπνάω
έχω ένα παράξενο συναίσθημα
όπως κάποιος που ανοίγει το πρωί το μαγαζί του
και βλέπει ότι τη νύχτα τον λήστεψαν
και μαζεύονται οι γύρω μαγαζάτορες – ακόμα και
οι πιο αντιπαθητικοί – στέκονται στο πεζοδρόμιο
κοιτούν το μαγαζί, συζητούν για τη ληστεία, κάποιοι σιωπούν
μια αμηχανία εκτός προγράμματος
κυρίως όμως αυτός που έχει το μαγαζί
στέκεται και αυτός στο πεζοδρόμιο
το κοιτά έξω απ’ την πόρτα, σαν ξένος
και δεν το γνωρίζει
νιώθει καθαρά ότι η οικειότητα έχει χαθεί
ο χώρος κρατάει ακόμα την παρουσία των άλλων
εκεί που στάθηκαν, εκεί που ακούμπησαν
τον φαντάζεται με τους ξένους
σαν να συνέβη τη νύχτα εκτός από τη ληστεία
και μια προδοσία
κάποια πρωινά όταν ξυπνάω
νιώθω καθαρά ότι η οικειότητα με τον κόσμο έχει χαθεί.

Και η Αιδηψός

Υπάρχουν διαστήματα της ημέρας
διαστήματα ημερών
που νιώθω όπως τότε που ήμουν μικρός
όταν με τράβαγε η μάνα μου σε κάτι λουτροπόλεις με ιαματικά νερά
γύρω ηλικιωμένοι και γέροι που επέπλεαν για ώρες πάνω στο νερό
και παντού η μυρωδιά από θειάφι, που δε μου άρεσε καθόλου θυμάμαι
μέναμε συνήθως και σε κάτι παλιά ενοικιαζόμενα δωμάτια που πάλι γέροι
τα είχανε, φάε τώρα και το μεσημέρι να μη φωνάζεις, να μην ενοχλείς,
κοιμούνται οι άνθρωποι
και κάθε πρωί μαζί της στην παραλία με βλέπανε και οι άλλες κυρίες τι κάνεις Άγγελε; πως μεγάλωσες, τι τάξη θα πας φέτος;
τόσα χρόνια η Αιδηψός, τα Καμένα Βούρλα.
Υπάρχουν διαστήματα της ημέρας
διαστήματα ημερών
που ο αέρας έρχεται ανακατεμένος με θειάφι
πρωί ακόμα μέσα απ’ τα σεντόνια
ακούω παλιούς σύρτες να ξεκλειδώνουν καλημέρα, καλημέρα, τι κάνετε;
δεν φύγατε ακόμα για μπάνιο; σήμερα φυσάει λίγο, θα σας περιμένουμε το μεσημέρι να φάμε μαζί, ο μικρός δεν ξύπνησε ακόμα;
ο μικρός δεν ξύπνησε ακόμα.

Παράκληση

Το φεγγάρι στεκόταν ακριβώς πάνω απ’ την μπουλντόζα
λες και ζήταγε βοήθεια για να ανέβει
να πάρει λίγο ύψος ακόμα
ο χειριστής άφησε στη μέση το σάντουιτς και την μπύρα του
βγήκε απ’ το κυλικείο των μηχανοδηγών – η
βραδινή βάρδια στο φουλ – έβαλε μπρος τη μηχανή
και με τη ράχη της δαγκάνας το βοήθησε να ανέβει
τα πρώτα δύσκολα μέτρα
όταν στέκεται π.χ  πάνω απ’ την Καστέλα
ή τον Υμηττό
και όλα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω του
όση εμπειρία και να ’χει
το άγχος του μπορεί να
αποβεί καταστροφικό
παρακαλώ το θεό αν κάποτε βρεθώ
σε ανάλογη θέση, αν κάποτε στέκομαι πάνω απ’ την Καστέλα ή
τον Υμηττό…

Βραδινή κουβέντα

Η φιλοσοφία δεκτή, κατά προτίμηση καλή γερμανική φιλοσοφία
η επιστημολογία επίσης
δεν θα το συζητήσω καθόλου για τη λογοτεχνία
σύγχρονο μυθιστόρημα, νουβέλα, δοκίμιο
θα σκεφτώ βέβαια σοβαρά – αν και στο τέλος νομίζω θα συμφωνήσω –
το θέμα της ανάλυσης, ίσως και της γεωμετρίας – μη ευκλείδειας,
το 5ο αξίωμα και οι ανεπιτυχείς του αποδείξεις –
οπωσδήποτε τη ψυχολογία
κάποια άλλη στιγμή θα συμφωνούσα αγαπητέ κύριε και
για τη μηχανική, στερεών ή υγρών
σήμερα όμως θα επιλέξω την πολιτική οικονομία
λογιστική, φορολογίες δε χωράνε φυσικά σε
μια τέτοια συζήτηση
δεν πρέπει να ξεχάσω βέβαια την ιστορία – από τη σύγχρονη
θα διαλέξω μόνο δυο-τρεις καλές επαναστάσεις
αστρονομία, κβαντική σίγουρα
με τις τελευταίες τους εξελίξεις
όλα αυτά λοιπόν
τούτη την ωραία βραδινή ώρα, που οι φωνές
έχουν ησυχάσει και το μόνο που ακούγεται είναι
το σφύριγμα του φεγγαριού – ναι, τέτοια ώρα περνάει
πάνω απ’ το σπίτι μου αγαπητέ μου κύριε
μια τέτοια ωραία ώρα λοιπόν
όλα αυτά δεν αξίζουν όσο
ένα παγωμένο ποτήρι μπύρα – γερμανική κατά προτίμηση.

Κάθε πρωί

Κάθε πρωί όταν ξυπνάς
και κάτω απ’ το παράθυρο σου
έχουν αρχίσει οι φωτιές αναμμένες
και οι σιδηροτροχοί κόβουν τη νύχτα
να την κάνουν πάλι δρόμο άσφαλτο και σκαλοπάτια να
κατέβεις αυτό το τεράστιο μηχανουργείο που λέγεται πόλη και πρωινό
καλημέρες διεκπεραιώσεις και ο αέρας γεμάτος κομμάτια σίδερο
που πέφτουν στον πρωινό καφέ γερές οι φωτιές και οι τροχαλίες
φορτωμένες ελάσματα και ωράρια που ξεκίνησαν
συναντήσεις τρέξιμο μια μηχανή η μέρα που τρίζει
και οι ώρες μέταλλα να κοπούν να λιώσουν
και πάλι να ψυχθούν ανοίγουμε τις στρόφιγγες μια μάζα
οι αντοχές του καθενός μας μέσα σε υπόγεια
σε γραφεία στους δρόμους με τις μεταφορικές
φτιάχνουμε από αυτές οκτάωρα και δελτία και παραγωγή
απόβαρα και φύρες ψέματα σχέδια λεφτά η μέρα στο φουλ μεσημεριάζει
σέρνονται τα τσουβάλια γεμάτα λόγια χωρίς νόημα
σφραγίδες πανομοιότυπες τα γεια σου τα τι κάνεις βγαίνουν απ’ τα χείλια μας υπολογίζουμε κουβαλάμε και ο ουρανός ένα γαλάζιο ποτάμι
που κανείς δεν προλαβαίνει να δει πίσω απ’ το επόμενο
σφραγισμένο φορτίο με ώρες αρχειοθετήσεις αποστολές διπλοβάρδιες
και συνεχίζουμε
να κόβουμε το υλικό απ’ το οποίο φτιάχνεται η
ανθρώπινη υπομονή και η αξιοπρέπεια όπως τη νομίζαμε παλιά που δεν ξέραμε
φτάνει η ώρα να φύγουμε
ένα κίτρινο απόγευμα ξαπλωμένο στα χέρια μας
σαν νεκρό σώμα
να το αφήσουμε έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού μας
στην επιστροφή.

Πρωινές ετοιμασίες

Τα πρωινά προτού να φύγω για τη δουλειά
στρώνω στο κρεβάτι μας παλιά καλοκαίρια
ισιώνω με το μέσα της παλάμης μου τις πρώτες μέρες
του Ιούνη, τα σχέδια, τα δρομολόγια, τα καράβια
τηλέφωνα, συνεννοήσεις, κρατήσεις, πόσα θα χαλάσουμε; πάντα
μου διπλώνουν εκεί κοντά στη μέση
μαζεύω δίπλα απ’ το κρεβάτι, απ’ τη μεριά του τοίχου πάντα
πέφτει, τη μέρα του Αη Λιά – ένας φίλος και ένας ξάδερφος πάντα μακριά
χωρίς γιορτή αυτή η μέρα
εισιτήρια, εκκλησάκια, άμμο θαλασσινή, τις βραδινές βόλτες τινάζω ελαφρά
να αδειάσει ο τόπος
τους δεκαπενταύγουστους, μεγάλες μέρες ασύλληπτες, ισιώνω
να στηρίζουν το κρεβάτι, τα φιλιά τα κεράσματα τα γιορτινά πουκάμισα
οι θάλασσες μόνες τους
να πηγαίνουν και να έρχονται
σαν την καρδιά σου όλη τη νύχτα
δροσερά νερά δεν τις πειράζω
λοξά στο προσκεφάλι σου στριμώχνω
τα τρία φεγγάρια ο Ιούνιος ο Ιούλιος ο Αύγουστος
διήμερες εκδρομές, η Νάξος η Αίγινα η Αμοργός φουσκώνουν στα μαξιλάρια μας
τα καλοκαιρινά σου μπλουζάκια, τα στήθη όλο έξω, ιδρωμένα ζεστά εσώρουχα
τις πρωινές σου εκχύσεις ετοιμάζω
ο βοριάς στο βορρά, στον αγύριστο
η ομίχλη μακριά ο κρύος ήλιος να σβήσει
να ανοίξει τρεις με τέσσερις ώρες η μέρα
να ζεστάνουν οι βραδινοί άνεμοι
ο ιδρώτας που πέφτει
η ώρα επτά, εσύ κοιμάσαι ακόμα
ώρα να φεύγω
έξω απ’ το δωμάτιο
παίρνω το χειμώνα από πίσω, να φτάσω στη δουλειά μου και πάλι.

0 Comments

You can be the first one to leave a comment.

Leave a Comment


Nice Theme
Nice Theme
WordPress Themes