skip to Main Content

ΔΙΑΘΛΑΣΗ

Τα ραγισμένα σύννεφα διαθλούν τις ηλιαχτίδες και οι πεδιάδες με
λικνίσματα γεμίζουν θηλυκά και μυστικές ανταύγειες.

Φως άχρονο μας δώρισε πριν ξεψυχήσει η μέρα, με χρώμα ατίμωσης κι ωχρής μελαγχολίας, ενώ η ψυχή μου
σπαρταράει σαν το ουράνιο τόξο, που έχασε το βάρος του και με χαρά ξεσκίζει τον
άκομψο, που έντεχνα υφάναμε, ιστό. Κι απ’ τα σπασμένα κρύσταλλα δαιμονικά
εφοδεύουν, ανάγωγοι μυσταγωγοί στον κόσμο μας ζητώντας, μία ευλογία υπέροχη ή
μία πίστη ανείπωτη για τα καλά στερνά.

Είναι τα πνεύματα αρχαίων συγγενών, όπου
σκυφτοί στο φως το αυθύπαρκτο πικρά ομολογούν πως άφρονες ελπίζουνε στα δάκρυα
των νηπίων, αφού το ρήμα το ψυχρό σε λίθο λαξευμένο, είναι γι’ αυτούς ο θρίαμβος
και τ’ όνειρο μιας ύβρις, ενώ για μας ειν’ η σιωπή κι ο λόγος της φυγής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top