skip to Main Content

Γιγάντιοι ελέφαντες που στηρίζονταν στο κέλυφος μιας επίσης γιγάντιας χελώνας, μετέφεραν στις πλάτες τους σαν ένα πελώριο νησί το Σύμπαν.
Η χελώνα, έπλεε στα απύθμενα νερά του διαστημικού ωκεανού που παρομοιάζονταν με ένα τερατόμορφο φίδι.

 

Οι αρχαίοι Ινδοί, έτσι φαντάζονταν και αναπαρίσταναν την ύπαρξή τους μέσα στο Σύμπαν, προπαντός όμως την καθεαυτού υπόσταση του Σύμπαντος.      Οι Βαβυλώνιοι, οι Αιγύπτιοι, αλλά και οι αρχαίοι Έλληνες, ανέπτυξαν μια έντονα «ερωτική» ας μας επιτραπεί η έκφραση σχέση, με τον Ουρανό και τα σημάδια του.

Ο Ίππαρχος 2.150 χρόνια πριν, έθεσε τις βάσεις μιας επιστήμης που το γνωστικό της πεδίο είναι τα άστρα. Τα ταξινόμησε με βάση το φαινόμενο μέγεθός τους, δηλ. τη φωτεινότητα με την οποία διακρίνονται στο «αβοήθητο» μάτι[1]. Ο Αριστοτέλης στα «Μεταφυσικά» του αναφέρει ότι η ελληνική παράδοση γενικά δέχεται πως υπάρχει κάτι θεϊκό και αιώνιο κάτω απ΄ αυτό που παρατηρούμε να κινείται αέναα. Ο κόσμος ορίζεται από τον Ηράκλειτο ως «αείζωον πυρ», ενώ σύμφωνα με τον Πλάτωνα και τους Στωϊκούς, ο κόσμος είναι «Θεός αισθητός», «Ζώον έμψυχον». Ο Φίλων, θεωρεί τον κόσμο «νεώτερον υιόν του Θεού» ενώ ο Πλωτίνος δέχεται «αυτόν απόρροιαν του Θεού, ζώον ψυχήν μίαν έχον εις πάντα αυτού τα μέρη»[2].

Εξετάζοντας το σύνολο των μελετών της αρχαίας κοσμολογίας, διαπιστώνουμε ότι όλες κατά κανόνα, ήταν βασισμένες στην ιδέα μιας ακίνητης σταθερής Γης που βρισκόταν στο κέντρο του Σύμπαντος. «Αρίσταρχος ο Σάμιος υποτίθεται τα μεν απλανέα των άστρων και τον άλιον μένειν ακίνητα, τα δε γαν περιφέρεσθαι περί τον άλιον κατά κύκλον περιφέρειαν». Θαυμάσια εξήγηση που παραμερίστηκε καθώς δεν είχε πρακτική εφαρμογή στην καθημερινή λογική ενός γεωκεντρικού συστήματος. Αιώνες μετά το θάνατό του ο Αρίσταρχος ο Σάμιος θα δικαιωθεί.

Κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα το θέμα της αιωνιότητας του κόσμου δεν βρισκόταν στο επίκεντρο των συζητήσεων και αναφορών, δεδομένου ότι το έργο του Αριστοτέλη ήταν σχετικά άγνωστο.

Στην πρόταση 87 ωστόσο, που περιλαμβάνεται στον κατάλογο των 219 προτάσεων που καταδικάστηκαν στην περίφημη κρίση του 1277, διαγιγνώσκουμε την εξής άποψη και αντίληψη:  «Ο κόσμος είναι αιώνιος σε ότι αφορά όλα τα είδη που εμπεριέχονται σε αυτόν και ότι ο χρόνος είναι αιώνιος, όπως είναι η κίνηση, η ύλη, ο παράγοντας και ο παραλήπτης. και επειδή ο κόσμος προέρχεται από την απέραντη δύναμη του Θεού είναι αδύνατον να υπάρχει καινοτομία σε ένα αποτέλεσμα χωρίς να υπάρχει καινοτομία στην αιτία».

Οι λόγιοι του 13ου και 14ου αι. προσπάθησαν να συμβιβάσουν τη δημιουργία και την αιωνιότητα του κόσμου. Πίστευαν πως ο κόσμος που υπάρχει σήμερα δημιουργήθηκε μεν, αλλά ότι η ύλη είναι αιώνια δε. Μια άλλη άποψη, θεωρεί ότι ο χρόνος άρχισε μόλις ο Θεός δημιούργησε την πρώτη κίνηση και άρα η αιωνιότητα ταυτίστηκε με την πλήρη διάρκεια του χρόνου.

Ο Μπουριντάν και ο Ορέμ το 14ο αιώνα πίστευαν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε βάσει της πίστης αλλά η λογική ανάλυση του υπερσελήνιου κόσμου, τους οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί ή να καταστραφεί με φυσικά μέσα κατά τρόπο λογικά κατανοητό. Σύμφωνα δε με τη γνώμη τους επειδή αυτός ο κόσμος, έχει δημιουργηθεί με τη θέληση του Θεού (εκ του μηδενός) άρα δεν μπορεί να είναι αιώνιος.

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα διαπιστώνουμε ότι, ένα ευρύτατο φάσμα απόψεων σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου είχε αρχίσει να αναπτύσσεται. Οι λόγιοι σχολιαστές προσπαθούσαν να διατηρήσουν την πίστη τους χωρίς να αποποιούνται και τον Αριστοτελισμό τους.

Σύμφωνα με τη Μεσαιωνική αντίληψη, ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού. Τίθεται όμως το ερώτημα εάν αυτό το δημιούργημα είναι τέλειο. Οι χριστιανοί λόγιοι του Μεσαίωνα δεν θεωρούσαν ότι ο κόσμος είναι τέλειος. Ο Μπουριντάν για παράδειγμα, πίστευε ότι η πρώτη έννοια του κόσμου δεν αποτελεί τον όλον, αλλά μια συνάθροιση ετερογενής, η οποία περιλαμβάνει και το Θεό ο οποίος όμως είναι τέλειος. Η συνάθροιση αυτή δεν μπορεί να έχει τον ίδιο βαθμό τελειότητας. Άρα λοιπόν αποδέχονται μια σχετική τελειότητα του κόσμου. Όταν παρατηρούν ατέλειες στη φύση (π.χ. τέρατα) προτάσσουν την άποψη ότι η ύπαρξή τους έχει τη βασική λειτουργία του να υποδεικνύει τη βασική αντίθεση με το καλό και να μας οδηγεί σε μεγαλύτερη εκτίμησή του. Ο κόσμος δεν μπορεί να βελτιωθεί με «αύξηση» της τελειότητας του Θεού, γιατί εκείνος είναι ήδη απόλυτα τέλειος. Σύμφωνα με τον Μπουριντάν ο Θεός δεν κατασκευάζει άπειρο εν ενεργεία συνεπώς και απόλυτα τέλειο, γιατί αυτό θα περιόριζε τη Δύναμή του καθώς κατόπιν δεν θα μπορούσε να κατασκευάσει κάτι τελειότερο.

Ένα άλλο θέμα που θα απασχολήσει τη μεσαιωνική κοσμολογία είναι το ζήτημα της ύπαρξης πολλών κόσμων. Ο Αριστοτέλης αρνείται την ύπαρξη πολλών κόσμων, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει καμία σωματική μάζα πέρα από τους ουρανούς. Τον 13ο αιώνα, αυτές οι θέσεις έρχονται σε αντίθεση με την παντοδυναμία του Θεού και καταδικάζονται το 1277. Ωστόσο πριν τις καταδίκες, σχολιαστές επιχειρηματολογούσαν υπέρ της αδυναμίας ύπαρξης πολλών κόσμων λέγοντας ότι οι διαφορετικοί κόσμοι θα έπρεπε να βρίσκονται σε διαφορετικούς τόπους και να χωρίζονται με κενό, ακόμα και στην περίπτωση που είχαν κοινό σημείο επαφής.

Ο Ορέμ μετά το 1277, υπονομεύει με νοητικά πειράματα την αριστοτελική φυσική διδασκαλία. Αφού σύμφωνα με τον Αριστοτέλη δεν υπάρχει κίνηση στο κενό, τότε η κίνηση περιορίζεται αριστοτελικά ανάμεσα στο ανώτερο και κατώτερο σημείο της για τον κόσμο μας, τα οποία είναι το εσωτερικό κέλυφος της σελήνιας σφαίρας για τη φωτιά και το κέντρο της Γης για τα γήινα στοιχεία. Σύμφωνα με τον Ορέμ ο Θεός θα μπορούσε εκ του μηδενός να κατασκευάσει ένα νέο κόσμο.

Περί αφθαρσίας του σύμπαντος

και αμετάβλητης ουράνιας ύλης

Οι Έλληνες, κληροδότησαν στους Μέσους χρόνους δυο απόψεις σχετικά με την οντολογική φύση του σύμπαντος.

1)     Την άποψη του Πλάτωνα όπως αυτή διατυπώνεται στον Τίμαιο ότι δηλαδή για την οικοδόμηση του κόσμου απαιτήθηκαν 4 στοιχεία και ότι «τη μορφή του θεϊκού γένους, ο Θεός την έφτιαξε κατά κύριο λόγο από φωτιά, ώστε να είναι ότι πιο λαμπρό και πιο ωραίο μπορεί να αντικρίσει κάποιος».

2)     Και την άποψη του Αριστοτέλη, ο οποίος θεωρεί ότι οι κινήσεις των ουράνιων σωμάτων αναγκαστικά πρέπει να συσχετισθούν με την ύπαρξη ενός πέμπτου σώματος που σύμφωνα με την άποψή του είναι ο αιθέρας, ο οποίος είναι προϊόν αιώνιο και δεν υπόκειται ούτε σε αύξηση, ούτε σε φθορά. Η άποψη κυριάρχησε και οι σχολιαστές την υπερασπίστηκαν τόσο θεωρητικά όσο και μέσω παρατηρήσεων.

Ουράνιες τροχιές

Έκκεντροι και επίκυκλοι

Από το έργο του Αριστοτέλη, τίθεται το ερώτημα για τη φύση του ουρανού. Υπάρχει ένας ουρανός γεμάτος τροχιές πλανητών; Ο Αριστοτέλης δεν είναι σαφής σχετικά με τις τεχνικές πλευρές του κοσμολογικού του συστήματος. Στα Μεταφυσικά υπάρχει αναφορά σε αυτό. Αρχικά δηλώνεται ότι «οι κινήσεις είναι αριθμητικά περισσότερες από τα κινητά, είναι φανερό σε αυτούς που έχουν δώσει αρκετή προσοχή στο θέμα, γιατί κάθε πλανήτης, έχει περισσότερες από μια κινήσεις».

Ο Πτολεμαίος πάλι με το έργο του «Υποθέσεις περί Πλανητών» υπέθεσε ότι οι πλανήτες φέρονται σ΄ ένα σύστημα υλικών έκκεντρων και επικύκλων των οποίων τα κέντρα δεν συμπίπτουν με το κέντρο της Γης, διαφοροποιούμενος ριζικά από τη σκέψη και το σύστημα των ομόκεντρων σφαιρών του Αριστοτέλη.

Το σύστημα του Πτολεμαίου το βελτίωσε τεχνικά ο Ρότζερ Μπέικον τη δεκαετία του 1260, θεωρώντας ομόκεντρες με κέντρο τη Γη, τις εξωτερικές επιφάνειες των πλανητικών τροχιών, ενώ ταυτόχρονα αξιοποίησε και τρεις έκκεντρες τροχιές.

Πολλά άλλα ερωτήματα θα απασχολήσουν τη μεσαιωνική κοσμολογία.  Ότι αφορά π.χ. στη γεωμετρική διάταξη των τροχιών και την πιθανή ύπαρξη ύλης ανάμεσα σε διαδοχικές τροχιές, ή επίσης τη φυσική ή μη φυσική πραγματικότητα των έκκεντρων και των επικύκλων. Άλλο ένα ζήτημα ήταν εάν οι τροχιές είναι ρευστές ή σκληρές ή επίσης ποιος κινεί τους ουρανούς.

Ο Αριστοτέλης σχετικά με την κίνηση των πλανητών διακρίνει 2 άυλες οντότητες οι οποίες είναι σε θέση να κινήσουν τις τροχιές τους την ψυχή και τη διάνοια. Η τελευταία κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα ταυτίστηκε με τους αγγέλους. Οι άγγελοι για τους μεσαιωνικούς είχαν δυνατότητα κίνησης του συγκεκριμένου πλανήτη στον οποίο αντιστοιχούσαν, αλλά όχι ολόκληρο τον ουρανό. Οι εσωτερικοί «κινητήρες» των πλανητών παρουσίαζαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι ψυχές των τροχιών διαφέρουν από τις διάνοιες-αγγέλους, γιατί οι τελευταίες είναι ρητά διακριτές από τις τροχιές ενώ οι ψυχές ήταν ενσωματωμένες σε αυτές.

Περί κινήσεως της γης

και κέντρου του κόσμου

Οι Έλληνες διατύπωσαν διάφορες απόψεις για την κινητικότητα της Γης. Υπήρχε η άποψη ότι η Γη είναι πλωτή και στέκεται πάνω στο νερό σαν ένα ξύλο. Ο Αριστοτέλης, πάλι ανακατασκευάζει τις απόψεις του Αναξιμένη, του Αναξαγόρα και του Δημόκριτου και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Γη κρέμεται στο κέντρο του σύμπαντος. Αυτή η άποψη κυριάρχησε, αλλά πολύ γρήγορα οι λόγιοι κατανόησαν ότι το «κέντρο του κόσμου» είναι μια έννοια αρκούντως ασαφής.

Ο Ορέμ στην προσπάθειά του να οριοθετήσει το κέντρο, διακρίνει τελικά 3

  • το γεωμετρικό κέντρο του κόσμου,
  • το γεωμετρικό κέντρο της Γης,
  • και το κέντρο βάρους της Γης.

Ο Μπουριντάν επιλέγει ως κέντρο του κόσμου το κέντρο βάρους της Γης το οποίο διαρκώς μεταβάλλεται λόγω γεωλογικών διαδικασιών, μέσω φερτών υλών από τα βουνά στη θάλασσα, κλπ. Τελικά και οι δυο απέρριψαν τις θεωρίες περί κίνησης της Γης. Ο πρώτος για λόγους επιστημονικούς, ενώ ο δεύτερος για λόγους θεολογικούς.

Κοπερνίκεια Επανάσταση και ανατροπές συστημάτων

Όταν το 1543 δημοσιεύτηκε το έργο του Πολωνού αστρονόμου Νικολάου Κοπέρνικου (1473-1543) «Περί των περιφορών των ουράνιων σφαιρών» ίσως κανείς δεν προέβλεπε ότι το αριστοτελικό και πτολεμαϊκό σύστημα που σε μεγάλο βαθμό είχε υιοθετηθεί από τη Μεσαιωνική Κοσμολογία θα υφίστατο τόσο έντονη αμφισβήτηση. «Ο Κοπέρνικος, δεν έκανε καινούργιες παρατηρήσεις αλλά επανεξέτασε εμπεριστατωμένα τη σημασία των παλιών αστρονομικών δεδομένων. Εμπνευσμένος από τις Νεοπλατωνικές υποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες η σφαίρα είναι το τελειότερο σχήμα, επεξεργάστηκε μια καινούργια ηλιοκεντρική θεωρία»[3]. Διακήρυξε ότι οι ουράνιες σφαίρες δεν ανάγονται σ΄ ένα κοινό κέντρο, προβάλλοντας δε την άποψη ότι το κέντρο της Γης δεν ταυτίζεται με το κέντρο του σύμπαντος. Στην τριακονταετή του διαμονή στο Frauenburg, επεξεργάστηκε τη θεωρία του ηλιοκεντρικού συστήματος, παρατηρώντας από πυργίσκο τα άστρα και μόλις το 1530 ανακοίνωσε τις αστρονομικές του θεωρίες στο «Commentariolus»[4], χειρόγραφο που διεσώθη και στο οποίο εκθέτει περιληπτικώς τη γνώμη ότι ο Ήλιος μένει ακίνητος εν τω μέσω του παντός και ότι η Γη μαζί με άλλους πλανήτες, στρέφεται μεταβατικώς  γύρω απ΄ αυτόν.

Ο Κοπέρνικος, έκανε συχνά χρήση των πηγών έμπνευσής του, υλικό που αντλούνταν κατά κανόνα από το έργο των αρχαίων Ελλήνων. Εξέφρασε την άποψη που διατύπωσε και ο Αριστοτέλης ότι το «άπειρον για κανένα λόγο δεν μπορεί να κινηθεί» ή υιοθέτησε την άποψη του Πλάτωνα έτσι όπως ο ίδιος την εξέφρασε στον Τίμαιο ότι «τούτο το σφαιρικό σχήμα είναι το τελειότερον πάντων».

Η θεωρία περί ηλιοκεντρικού συστήματος άρχισε να ενισχύεται σταδιακά με συναγωγή συμπερασμάτων από τις αστρονομικές παρατηρήσεις των ουράνιων σωμάτων.

Ο Τύχωνας Βράχιος (1546-1601), το 1572 αποδείκνυε ότι εκρηκτικές μεταβολές συμβαίνουν και πέραν του διαστήματος του ηλίου καθώς παρατήρησε μια σουπερνόβα έναν νέο δηλαδή αστέρα στον αστερισμό της Κασσιόπης.

Τα στοιχεία και συμπεράσματα του Βράχιου, επεξεργάστηκε ο Γερμανός αστρονόμος Γιόχαν Κέπλερ (1571-1630) που όπως και ο Γαλιλαίος, εξασφάλισε το θρίαμβο της Κοπερνίκειας Επανάστασης στην αστρονομία. Η πεποίθηση του Κέπλερ ήταν ότι ο Θεός είχε δημιουργήσει τον κόσμο με βάση μαθηματικούς νόμους. Στηριζόμενος στις παρατηρήσεις του Βράχιου μπόρεσε να διαπιστώσει ότι δυο υποθέσεις που ο Κοπέρνικος είχε θεωρήσει δεδομένες, δεν συμφωνούσαν με τα στοιχεία της παρατήρησης. Διατύπωσε τον πρώτο νόμο του σύμφωνα με τον οποίο οι ταχύτητες των πλανητών μεταβάλλονται καθώς η απόστασή τους από τον Ήλιο μεταβάλλεται. Υποστήριξε επίσης ότι η Γη καθώς και οι άλλοι πλανήτες περιφέρονται πάνω σε ελλειπτικές τροχιές γύρω από τον Ήλιο, ενώ τέλος επιχειρηματολόγησε υπέρ της ύπαρξης μαγνητικών έλξεων μεταξύ Ήλιου και πλανητών που συγκρατούν τους πλανήτες στις τροχιακές τους κινήσεις. Αυτή η προσέγγιση στην ουσία προετοίμασε το δρόμο για τον νόμο της παγκόσμιας έλξης που διατύπωσε ο Νεύτωνας λίγο αργότερα.

Ο Κέπλερ τελειοποίησε το κοπερνίκειο ηλιοκεντρικό σύστημα από τη σκοπιά της μαθηματικής θεωρίας αλλά ο Γαλιλαίος (1564-1642) ήταν εκείνος που συνέβαλλε αποφασιστικά στην πλήρη αποδοχή του καθώς συγκέντρωσε επιπλέον αστρονομικά δεδομένα. Όταν το 1609 έστρεψε στον ουρανό το μικρό τηλεσκόπιο που ο ίδιος είχε κατασκευάσει, μπόρεσε να διακρίνει τους ορεινούς όγκους της Σελήνης, τους δορυφόρους του Δία και τα δακτυλίδια του Κρόνου, τις κηλίδες του Ήλιου και την περί τον άξονά του περιστροφή αλλά και τις Φάσεις της Αφροδίτης. Ξεκαθάρισε ότι ο Γαλαξίας είναι ένα σύνολο ουράνιων σωμάτων ανεξάρτητων από το ηλιακό μας σύστημα και κατάφερε να σχηματίσει μια κάποια αντίληψη για τις αποστάσεις των απλανών αστέρων. «Τα δεδομένα αυτά κατέδειξαν ότι η υποσελήνια και η υπερσελήνια περιοχή του ουρανού αποτελούν ενιαίο φυσικό χώρο, καταρρίπτοντας μια θεμελιακή παραδοχή της αριστοτελικής φυσικής»[5].

Όμως ούτε ο Κέπλερ ούτε κάποιος άλλος από τους σύγχρονους και μεταγενέστερους μπόρεσε να ερμηνεύσει τη δύναμη η οποία αναγκάζει τους πλανήτες να κινούνται πάνω στις τροχιές τους γύρω από τον Ήλιο. Το γεγονός είναι ότι 50 χρόνια μετά την ανακάλυψη των Νόμων του Κέπλερ, η φύση της ελκτικής δύναμης παρέμεινε ανεξήγητη. Ο Ισαάκ Νεύτων (1642-1727) όμως, μελετώντας τις παρατηρήσεις του Γαλιλαίου σε ότι αφορά στην πτώση των σωμάτων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αιτία των νόμων του Κέπλερ είναι η βαρύτητα. Η δύναμη της βαρύτητας είναι αυτή η οποία αναγκάζει τα σώματα να πέφτουν όταν αφήνονται ελεύθερα και είναι η ίδια δύναμη με τη δύναμη της έλξης, συνέπεια της οποίας είναι η διατήρηση της τροχιάς των πλανητών που διαγράφονται γύρω από τον ήλιο. Ο Νεύτων, ανέπτυξε επίσης τον τρόπο κατά τον οποίο τα σώματα κινούνται κάτω από την επίδραση δυνάμεων, θέτοντας ταυτοχρόνως τα θεμέλια της ουράνιας μηχανικής και της μηχανικής εν γένει. Οι μαθηματικές δυσκολίες που αντιμετώπισε, έδωσαν την ώθηση για την ανακάλυψη της μαθηματικής ανάλυσης.  Για το λόγο αυτό εφηύρε το μαθηματικό λογισμό. Στο έργο του «Principia» που δημοσιεύτηκε το 1687, περιλαμβάνονται τα αξιώματα και οι νόμοι της κίνησης, οι κανόνες του σκέπτεσθαι στη φιλοσοφία, ο νόμος της Παγκοσμίου Έλξεως, οι μελέτες του για τις τροχιές του πλανητικού συστήματος, κ.λ.π.

Επί συνόλω

συμπεράσματα

Με τις σημερινές συντηρητικές μας εκτιμήσεις υπολογίζουμε ότι στο Γαλαξία μας, υπάρχουν 900.000 κατοικήσιμοι πλανήτες, ενώ στο Σύμπαν φτάνουν τα 900 τρισεκατομμύρια. Αν σήμερα θέλαμε να μετρήσουμε τον αριθμό των άστρων που υπάρχουν στο Γαλαξία μας, χωρίς να κάνουμε τίποτε άλλο 24 ώρες το 24ωρο θα χρειαζόμασταν 3.169 χρόνια γι΄ αυτούς τους υπολογισμούς[6].

Σήμερα, η νέα τεχνολογία έχει καταστήσει ευεπίτευκτο έργο τον παραπάνω μαθηματικό υπολογισμό. Μας εφοδίασε με τα μέσα εκείνα που μας επιτρέπουν να τους πραγματοποιούμε με τη μεγαλύτερη ακρίβεια μειώνοντας στο ελάχιστο την πιθανότητα του λάθους.  Εάν στο Μεσαίωνα, δεν είχαν τεθεί τόσα πολλά κοσμολογικά ερωτήματα και δεν έχρηζαν προσοχής από τους πανεπιστήμονες της νεώτερης επιστήμης, είναι βέβαιο ότι σήμερα δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα είναι εφικτό ένα διαστρικό ταξίδι σε κάποιο από τα νεφελώδη μονοπάτια των άστρων του Γαλαξία μας.

Ο Edward Grant στο βιβλίο του «Οι φυσικές επιστήμες τον Μεσαίωνα» υποστηρίζει την άποψη ότι η μεσαιωνική επιστήμη δεν ήταν δουλική επανάληψη ή τετριμμένη επεξεργασία των σκέψεων και των γνωμών του Αριστοτέλη. Οι μείζονες φυσιογνωμίες της μεσαιωνικής επιστήμης βρήκαν πολλά σημεία για κριτική στον Αριστοτέλη όχι μόνον με θεολογικά, αλλά και με ευθέως επιστημονικά επιχειρήματα.

Ο Burns[7] πάλι εξαίροντας τη σημασία της Κοπερνίκειας Επανάστασης θεωρεί ότι ελάχιστα γεγονότα περισσότερο σημαντικά έχουν συμβεί στη διανοητική ιστορία του κόσμου, εφόσον το γεγονός αυτό ανέτρεψε τη μεσαιωνική κοσμοθεώρηση και έστρωσε το δρόμο για τις σύγχρονες αντιλήψεις της μηχανικής, του σκεπτικισμού και του άπειρου του χρόνου και του διαστήματος. Ωστόσο, προτάσσει και τις απόψεις άλλων στοχαστών που πιστεύουν ότι η επανάσταση αυτή συνετέλεσε στην υποβάθμιση του ανθρώπου, εφόσον τον έδιωξε από τη μεγαλειώδη θέση του στο κέντρο του σύμπαντος και τον υποβίβασε σ΄ ένα απειροελάχιστο σωματίδιο σκόνης μέσα σε μια αβυσσαλέα κοσμική μηχανή.

Bιβλιογραφία

  • Αντωνιάδης, Ε., Μ., Κοπέρνικος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παύλου Δρανδάκη, «ΦΟΙΝΙΞ».
  • Βαλλιάνος, Π., Οι επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη, τόμος Β΄, ΕΑΠ, Πάτρα.
  • Λούβαρις, Ν., Ι., Κόσμος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παύλου Δρανδάκη, «ΦΟΙΝΙΞ».
  • Σιμόπουλος, Δ., Π., Ο Άνθρωπος και το Σύμπαν, Κοσμική Οδύσσεια, Ίδρυμα Ευγενίδου, Αθήνα 2003
  • Burns, E., Ευρωπαϊκή Ιστορία, Τόμος 1ος, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη.
  • Grant, E. Οι Φυσικές Επιστήμες τον Μεσαίωνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


[1] Σιμόπουλος, Δ., Π., Ο Άνθρωπος και το Σύμπαν, Κοσμική Οδύσσεια, Ίδρυμα Ευγενίδου, Αθήνα 2003.

[2] Λούβαρις, Ν., Ι., Κόσμος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παύλου Δρανδάκη, «ΦΟΙΝΙΞ».

 

[3] Burns, E., Ευρωπαϊκή Ιστορία, Τόμος 1ος, σελ. 114, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη.

[4] Αντωνιάδης, Ε., Μ., Κοπέρνικος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παύλου Δρανδάκη, «ΦΟΙΝΙΞ».

[5] Βαλλιάνος, Π., Οι επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη, Κεφάλαιο 1, τόμος Β΄, σελ. 31, ΕΑΠ, Πάτρα.

[6] Σιμόπουλος, Δ., Π., Ο Άνθρωπος και το Σύμπαν, Κοσμική Οδύσσεια, Ίδρυμα Ευγενίδου, Αθήνα 2003.

[7] Burns, E., Ευρωπαϊκή Ιστορία, Τόμος 1ος, σελ. 116, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top