skip to Main Content

Η ΣΒΟΥΡΑ

Η σβούρα,
η ξύλινη σβούρα γρήγορα γυρίζει
σα μυστική φωτιά
βγαλμένη απ’ τα έγκατα της γης.
 
Η σβούρα,
η ξύλινη σβούρα με το κοντό καρφί
ποτάμι αγωνίας
ποιος θα νικήσει στους αγώνες.
Είναι το δέσιμο;
Είναι το τράβηγμα;
Είναι ο παλμός;
Είναι το έδαφος;
Είναι το κάρμα;
Είναι όλα που θα κάνουν τη σβούρα γύρω-γύρω
να ξεχαστεί στο χρόνο.
 
Η σβούρα,
η ξύλινη σβούρα,
γυρίζει τώρα στο μυαλό μου,
γυρίζει και τριβελίζει
με τρελές ταχύτητες
πού σπάνε τα κοντέρ.
 
Γυρίζει και τριβελίζει
ανάμεσα στα σκέλη
της ξανθιάς πουτάνας
που χρόνια τώρα λαχταρούσα ν’ αποθέσω
της νιότης μου τη λάβα.
 
Η σβούρα,
η ξύλινη σβούρα
είναι όρθια ακόμη και ακροβατεί
αγέρωχα μεσ’ στον πλημμυρισμένο χώρο
απ’ της νιότης τις ορμές
απ’ τις νιότης τα τρυφερά ξόμπλια
απ’ της νιότης τους δυνατούς κόκκους
της μεταξένιας εφηβείας μου.
 
 
 EΠΕΤΕΙΟΣ
Σαν αύριο,
πέρυσι
ο χειμώνας γλύστρισε απ’τον πόλο
πάνω στον κόσμο
κι απ’ τα ποτάμια άκουγες το θρήνο
φάλτσο, σα σπάγαν τα κομμάτια του πάγου.
Μέρα μεγάλης ταραχής
μέρα που κλέν’ τα πνεύματα του δάσους
κι απ’ τα δάκρυά τους
μοσχοβολά η ρίγανη
στις χαραματιές των μαύρων βουνών.
Μέρα που τ’ όνειρο
έστειλε τα πνεύματα να κοινωνήσουν
απ’ τ’ ουρανού το δισκοπότηρο.
Σιωπηλά προσμένουν οι πέτρινοι κύκλοι.
Δυνατά σαλπίζουν τα δαιμονικά.
Δυνατά οι σκύλοι αλυχτούν.
Πένθιμα σιγοκαίνε οι λαμπάδες
το λάδι σώσμα στο καντήλι
άρπες άδουν στα ψαλτήρια
μισεμός για το ολόγιομο φεγγάρι που χάνεται
πόθος για το λυκαυγές.
Όραμα ταραγμένης φαντασίας
Έχασα την αθωότητά μου, ως φαίνεται.
Μεγάλωσα.
 
 
 Ο ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ
 
Λαμπάδιασε το σκοινί
μ’ ακροβατώ ακόμη.
Κυνηγάω τη σκιά μου.
Δεν ξέρω, μου φαντάζει οικεία η διαδικασία πρόσβασης
προς το άγνωστο και το αβέβαιο.
Είμαι έτοιμος να βρεθώ στο αναπάντεχο.
Κάπου.
 
 

Η ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΙΣΣΑ

Αγροτόσπιτο με καλαμένια στέγη.
Καλεί κόσμο στον κήπο
κάνει νεκρομαντεία με φτερά
υμνεί ψευδοπροφήτες
άδει μυστηριώδεις ψαλμωδίες
μαστιγώνει πάσης φύσεως ξόρκια
σαματάς αδέσποτων οργίων,
τους βάζει να καταπιούν διαμάντια
να λιώσουνε χρυσό
ν’ ασημώσουν τ’ άγια
αφήνει τις σκέψεις της να κινούνται
πέρα απ’ τις φλόγες στο χάλκινο μαγκάλι
πλάι στο σκαλιστό τραπέζι
γεμάτο με κουρελιασμένα βιβλία ιερά,
τους βάζει να χορεύουν,
ο χορός τους, ο ποιο ασφαλής δρόμος
για να συναντήσουν τους κολασμένους τους.
Αυτό το μικροκαμωμένο και ζαρωμένο γραΐδιο
με τους χρυσωμένους τραπεζίτες
και τη διχαλωτή γλώσσα.
Αφελή ! Αυστραλοπίθηκε!
Τα μάτια σου αστράφτουν πλημμυρισμένα από φως,
σφίγγεις το καπέλο εμπρός από το στήθος σου,
είσαι γυμνός, σ’ έγδυσε η ρουφιάνα,
γυμνός κοιτάς τ’ άστρα.
Σε λίγο
θα σε βάλει ν’ αυνανιστείς
έτσι
για να επικοινωνήσεις καλλίτερα με τους βρικόλακές σου.
 
 

Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ

Ένα στρόγγυλο κουτάκι
γεμάτο μαλάματα
είναι ή καρδιά σου.
Ένα στρόγγυλο κουτάκι
γεμάτο χρυσά κουμπιά
είναι η θωριά σου.
Ένα στρόγγυλο κουτάκι
γεμάτο κωσταντινάτα
είναι η λαλιά σου.
Ένα στρόγγυλο κουτάκι
λάβα και φωτιά
είναι η κορμοστασιά σου.
Άγριο και λάγνο θηλυκό
άσε με να χωθώ
στον λαβύρινθο
με τα στρόγγυλα κουτάκια σου
που’ ναι γεμάτα θησαυρούς,
γεμάτα από μαγεία.
Άσε με να χωθώ
στη ζεστή και ιδρωμένη σχισμή του κορμιού σου.
Άσε με να γίνω
για μια και τελευταία φορά
ο Δούρειος Ίππος στην Τροία σου.
 

Η ΠΑΝΩΡΙΑ

Ήτανε σκλάβος της θωριάς της
της χρυσαφένιας της φωνής.
Ήθελε να την κατακτήσει
με κάθε τρόπο.
Ζήτησε από τη θάλασσα
να’ ναι πειθαρχική μαζί του,
να φέρει όλα τα καλά του κόσμου
για να γενεί δική του.
Ζήτησε βοτάνια από σαμάνους
σε καλύβες ινδιάνικων χωριών.
Ορμήνεψε λέξεις και σημάδια
με βουκόλους στο Περού.
Έφερε σκαλιστά μικρά αγάλματα
απ’ τη φυλή των Μάγια.
Στίφη ιπποτών ξαρμάτωσε,
κι στους Αγίους Τόπους,
και κέρδισε το Χρυσό Κύπελλο.
Εκπορνεύτηκε για δυο σακιά μαργαριτάρια
στις θάλασσες του Ινδικού.
Λουλούδια λίγα μάζεψε, αγιασμένα,
απ’ τους κήπους του Παρθενώνα.
Γύρισε με πλουμιστές φτερωτές άμαξες,
ολόγιομες με δώρα.
Φόρεσε τη βελούδινη στολή
με τις χρυσές αγκράφες
κι έστειλε με τα χελιδόνια
για την Πανώρια.
Άνοιξη.
Φθινόπωρο.
Άνοιξη.
Δε ξανά’ λθαν τα χελιδόνια.
Τα κράτησ’ αιχμάλωτα ο Μορφέας
και την Πανώρια σφάλισε
στο γυάλινο πουγκί του.
Μικροχελίδονο δραπέτης
λιγοστάλακτα μηνάει στο νιο.
Ο νιος,
χιλιαρματωμένος,
με τον Πήγασο του Βελεροφόντη,
τον ταμαχιάρη άρχοντα Μορφέα
εφούρκισε
και πήρε την Πανώρια.
 
 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top