skip to Main Content

 (μετ. Αλέκα Μικεδάκη)

 

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΝΟΣ TUTOGRAFO

          Κυρίες και κύριοι ο συγγραφέας του «Ονόματος του Ρόδου», του «Εκκρεμούς του Φουκώ», αλλά και της «Σημειολογίας στην Καθημερινή Ζωή», ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ.  

            Ο Ουμπέρτο Εκο γεννήθηκε σε μία κωμόπολη του Πιεμόντε την Αλεσάντρια το έτος 1932. Δέχτηκε αυστηρή και καθολική σχολική αγωγή, ενώ το κριτικό του πνεύμα, όπως ο ίδιος γράφει αφιερώνοντας κάποια του δοκίμια, το οφείλει «… στον πατέρα μου, που μου δίδαξε να δυσπιστώ, και στη μητέρα μου που δίδαξε να το λέω…». Σπούδασε φιλοσοφία στο Τορίνο (1954).

            Ο Έκο άνθρωπος πολυτάλαντος και πολυσήμαντος, παντογράγος (tuttografo), όπως τον έχουν αποκαλέσει δεν ήταν δυνατόν να ριζώσει σε ένα σημείο. Το 1955-58 εργάστηκε στο RAI όπου αποκομίζει πλούσιες εμπειρίες. Το 1961 γίνεται υφηγητής στο Πανεπιστήμιο του Τορίνου στο τμήμα της αισθητικής, ενώ την ίδια χρονιά αποτελεί ιδρυτικό μέλος του περιοδικού «Marcatré». To 1964-1965 διδάσκει αισθητική στο Μιλάνο στην αρχιτεκτονική σχολή. Το 1966 διδάσκει Οπτική Επικοινωνία στη Φλωρεντία επί τρία χρόνια. Το 1967 γίνεται πρωτεργάτης του περιοδικού Quindici. Το 1969 διδάσκει στη Ν. Υόρκη. Το 1970 θα διδάξει Σημειωτική στο Μιλάνο και στην Αργεντινή. Το 1973 διδάσκει στο City University, και στο San Diego (1975), στη Ν. Υόρκη (1976) στο Yale (1977), στο Columbia University (1978). Θα συμμετάσχει στην έκδοση περιοδικού «Alfabeta» και το 1981 θα του απονείμουν το βραβείο Strega και την επόμενη χρονιά το βραβείο Medicis. Ο Έκο έχει να παρουσιάσει πλατύ συγγραφικό και επιστημονικό έργο να επιδείξει: (1956) Το αισθητικό πρόβλημα στον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη, (1959) Εξέλιξη της αισθητικής στο Μεσαίωνα, (1962) Ανοιχτό έργο, (1964) Κήνσορες και Θεράποντες, (1965) Τεχνοτροπίες στο έργο του Joyce,  (1968) Ο όρκος της τέχνης,  Η απούσα δομή, (1971) Οι μορφές του περιεχομένου, (1973) Το σημείο, (1975) Πραγματεία γενικής σημειωτικής, (1977) Από την περιφέρεια της Αυτοκρατορίας, (1978) Ο υπεράνθρωπος των μαζών, και φυσικά τα δύο του μυθιστορήματα που προανέφερα στην αρχή αυτού του βιογραφικού σημειώματος. Ο Ουμπέρτο Έκο, άνθρωπος του Δυτικού πολιτισμού με πλατιά επιστημονική γνώση, αλλά και πολιτική θέση.

            Απ’ όλο το έργο που πρέπει να σταθούμε στο σημείο όπου μας προτείνει, μας προτρέπει να δυσπιστούμε προκειμένου να ανακαλύψουμε την αλήθεια στο σύνολο των απατηλών σημείων που υπάρχουν σ’ αυτό το σύστημα σημείων που αποτελούν την κουλτούρα μας.

            Ας κρατήσουμε λοιπόν αυτό που λέει στο «Όνομα του Ρόδου»

            «…Videmus nunc per speculum et in aenigmate»[1], και πριν δούμε την αλήθεια ενώπιοι ενωπίω δεν αντιλαμβανόμαστε παρά τα θραύσματα της…

            Εμείς θα παρουσιάσουμε σε δύο μέρη, λόγω χώρου, την ομιλία του που πραγματοποίθηκε στην Ακαδημία Αθηνών. Κρίνουμε ότι έχει τεράστιο ενδιαφέρον γι’ αυτό και χωρίς περικοπές και ελπίζουμε χωρίς  μεταφραστικές αβλεψίες σας την παραθέτουμε στην κρίση σας

[1] Bλέπουμε τώρα μέσα από ένα καθρέφτη και με αινίγματα

 

Αγαπητέ πρύτανη, συνάδελφοι, φοιτητές, κυρίες και κύριοι. Όπως γνωρίζετε ο τίτλος που επέλεξα γι αυτή την ομιλία είναι:

«Το πανεπιστήμιο και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας».

          Είναι αδύνατο να σκεφτόμαστε το θεσμό του Πανεπιστημίου χωρίς να λαμβάνουμε υπ’ όψιν ότι το Πανεπιστήμιο ζει σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Αν είναι έτσι θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει αν και σε ποίο βαθμό αυτός ο αρχαίος θεσμός που  λέγεται πανεπιστήμιο επηρεάζεται από τα διάφορα κανάλια των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Είναι επίσης πιθανόν να υποθέσουμε το αντίθετο και να αναρωτηθούμε αν και πως το Πανεπιστήμιο μπορεί να επηρεάσει τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Και στις δύο περιπτώσεις, νομίζω ότι είναι απαραίτητο να αντιμετωπίζουμε τέτοιες ερωτήσεις που αφορούν τα νέα στάδια και τον πιθανό ρόλο ενός Πανεπιστημίου  μέσα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας κατευθυνόμενης από τα ΜΜΕ.

          Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τα ΜΜΕ είναι ένα μέσο χυδαιότητας, επιφανειακής διασκέδασης, αναζήτηση νεωτερισμών,  μια προσπάθεια να εντυπωθεί ομοφωνία μεταξύ των μαζών. Αντιθέτως, το Πανεπιστήμιο είναι ένας χώρος πρωτότυπης έρευνας, σοβαρού και επίπονου διαλογισμού, διατηρεί άμεση σύνδεση με την παράδοση, είναι δύσπιστο στους νεωτερισμούς, παράγει μια διαρκή κριτική αναθεώρηση της γνώσης και ζητά την επιδοκιμασία μόνο μιας ελίτ.

          Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το Πανεπιστήμιο επιτρέπει μια άμεση διαπροσωπική επικοινωνία, ενώ τα ΜΜΕ χαρακτηρίζονται από μεγάλη απόσταση όσον αφορά την άμεση επικοινωνία. Μαζική επικοινωνία έχουμε όταν ένας πομπός μεταδίδει ένα μήνυμα μέσω ενός τεχνολογικού και πολύπλοκου καναλιού το οποίο φτάνει σε μια κοινωνία δεκτών, διασκορπισμένων σε έναν απέραντο τόπο. Αυτοί οι δέκτες είναι διαφορετικής κοινωνικής κατάστασης, κουλτούρας και πολιτικών πεποιθήσεων. Οι πομποί δεν γνωρίζουν σε ποιόν απευθύνονται και έτσι πρέπει να στέλνουν τα μηνύματά τους σε ένα είδος φαντασμάτων, από τα οπαία δεν μπορούν να λάβουν άμεση απάντηση.

          Αντιθέτως, θα θέλαμε να σκεφτόμαστε το Πανεπιστήμιο κάπως σαν την Αρχαία Ελληνική Αγορά, ένα μέρος όπου οι νεοπλατωνιστές και οι οπαδοί του Αριστοτέλη περπατούν συζητώντας για τα αιώνια προβλήματα του ανθρώπινου μυαλού και για τη φύση του σύμπαντος.

          Δυστυχώς, τέτοια στερεότυπα δεν ανταποκρίνονται στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων, κατά τη γνώμη μου. Αν τα ΜΜΕ δεν είναι ένας ομογενής θεσμός,- ακόμα κι ένα βιβλίο που εκδίδεται από τον πανεπιστημιακό τύπο και ο πιο πρόσφατος δίσκος της ροκ, που είναι και τα δύο μορφές των ΜΜΕ, -τότε, δεν είναι ούτε το Πανεπιστήμιο.

          Είναι ένας χώρος όπου πραγματοποιείται έρευνα υψηλών προδιαγραφών, αλλά κι ένας χώρος όπου διαδίδονται στοιχειώδεις έννοιες και βασικές πληροφορίες. Μπορούμε να πούμε ότι το Πανεπιστήμιο είναι ακόμη ο χώρος για άμεση διαπροσωπική επικοινωνία μεταξύ καθηγητή και φοιτητών;

Τι συμβαίνει όταν ένας καθηγητής παραδίδει σε 500 φοιτητές μέσα σε μια αίθουσα, η χωρητικότητα της οποίας είναι το πολύ για 300; Οι 200 φοιτητές που απομένουν, στοιβάζονται στο διάδρομο, όπου η φωνή του καθηγητή μεταδίδεται μέσω ενός μεγαφώνου ή ενός εσωτερικού τηλεοπτικού δικτύου. Μήπως αυτοί οι 200 εναπομείναντες φοιτητές αυτομάτως εισέρχονται στην αυτοκρατορία των ΜΜΕ; Μπορούμε να πούμε ότι οι φοιτητές που παρακολουθούν το μάθημα κρατώντας σημειώσεις, τις οποίες δεν θα είναι σε θέση να αποκρυπτογραφήσουν αργότερα, αποτελούν μέρος ενός άμεσου διαπροσωπικού διαλόγου; Και τι γίνεται με αυτούς που ζητούν από τους φίλους τους να μαγνητοφωνήσουν το μάθημα ώστε να το ακούσουν βδομάδες αργότερα; Ποιο είναι το μέγεθος της «Αγοράς» μας, όπου αντιμετωπίζουμε φαινόμενα όπως το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, το οποίο λειτουργεί με βιντεοταινίες και κασέτες; Επιπλέον, ακόμα κι αν τα Πανεπιστήμια ήθελαν να αγνοήσουν την ύπαρξη των ΜΜΕ, γίνονται από μόνα τους γεγονότα για τα ΜΜΕ. Τα οικονομικά προβλήματα των Πανεπιστημίων είναι η πιο πρόσφατη έρευνα, το πιο θερμό πολιτιστικό υλικό για να καλυφθεί – από τη μεριά των ΜΜΕ. Στις εφημερίδες και τα εβδομαδιαία περιοδικά βρίσκουμε στατιστικές σχετικά με την κατάσταση στην ανώτερη εκπαίδευση και εκτιμήσεις για την αξία διαφόρων Πανεπιστημίων. Πολλά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα μέσα στον πανεπιστημιακό χώρο γίνονται ταχύτατα θέμα για τα ΜΜΕ, όπως πχ. η φεμινιστική κριτική ή το Αμερικάνικο φαινόμενο του πολιτικώς ορθού.

          Στην Ιταλία, στην αρχή κάθε ακαδημαϊκού έτους, όχι μόνο τα εβδομαδιαία περιοδικά αλλά και οι εφημερίδες αφιερώνουν πολλές σελίδες στην λεπτομερή πληροφόρηση του τι θα διδάξει ένας συγκεκριμένος καθηγητής στη Ρώμη, για παράδειγμα, ή κάποιος άλλος στη Βενετία, αναφέροντας τις ιδεολογικές διαφορές τους και το πιο πιθανός ακροατήριο τους, με τον ίδιο τρόπο που θα έκαναν και για το κύπελλο ποδοσφαίρου. Η πρόσφατη κρίση στα ιταλικά πανεπιστήμια κάνει τους συντάκτες των εφημερίδων να «ξερογλείφονται», όπως θα έκαναν για την τελευταία ερωτική περιπέτεια ενός διάσημου ηθοποιού και τα ΜΜΕ συχνά καλύπτουν αυτά τα γεγονότα με τον ίδιο επιφανειακό τρόπο και το ίδιο πάθος για σκάνδαλο που θα αφιέρωναν για τη ζωή ενός αστέρα της τηλεόρασης. Ζει το Πανεπιστήμιο ή όχι μέσα σ’ ένα φιλντισένιο πύργο και αυτός ο τρόπος ζωής επηρεάζεται και μερικές φορές καθορίζεται από τα ΜΜΕ;

          Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη, τα ιταλικά τοκ-σόους όπου οι άνθρωποι συμπεριφέρονται σαν να συμμετείχαν στη σφαγή της νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου. Η φόρμουλα του ιταλικού τοκ-σόου είναι η ακόλουθη: πρέπει να υπάρχει ένας ηθοποιός ή κάποιος άλλος που η δουλειά του θα είναι να προκαλεί και να αυξάνει την ένταση της συζήτησης. Μετά, ένας τρελός επιστήμονας, ας πούμε ο εφευρέτης του ελιξίριου της μακροζωίας ή ένας ερασιτέχνης αρχαιολόγος που ανακάλυψε την αληθινή τοποθεσία της Κιβωτού του Νώε. Και ο τρελός επιστήμονας πρέπει να προκαλείται ώστε να διασκεδάζει το ακροατήριο με την τρελά τους/της. Και τέλος, υπάρχει κι ένας πανεπιστημιακός καθηγητής που εκπροσωπεί τη φωνή της λογικής. Μέχρι το τέλος του σόου, είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τον πανεπιστημιακό καθηγητή από τον τρελό επιστήμονα ή από τον ηθοποιό ενώ όλοι φωνάζουν με ένα ήρεμο και αξιοπρεπή τρόπο.

          Η κύρια διαφορά μεταξύ των Αμερικάνικων και των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων είναι ότι τα πρώτα βρίσκονται μέσα σε έναν πανεπιστημιακό χώρο, ένα είδος μοναστηριού απομονωμένου από την πόλη. Στην Αμερική δεν υφίσταται πραγματική διαμάχη μεταξύ πόλης και τήβεννου γιατί αυτοί που φορούν τήβεννο δεν ζουν στην πόλη! Στην Ευρώπη, το Πανεπιστήμιο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, αποτελεί μέρος της πόλης και κατά αυτόν τον τρόπο συμμετέχει διαρκώς στη ζωή της πόλης. Ούτε οι καθηγητές αλλά ούτε και οι φοιτητές μπορούν να αγνοήσουν εντελώς τη ζωή στην πόλη, πράγμα το οποίο εξηγεί γιατί στην Ευρώπη υπάρχουν τόσοι πανεπιστημιακοί καθηγητές που γράφουν άρθρα και κριτικές ή πολιτικά σχόλια για εφημερίδες και περιοδικά. Στις ΗΠΑ, όταν πνευματικοί άνθρωποι σαν το Κίσιγκερ ή τον Μπραζίνσκι αποφασίζουν να συνεργαστούν με την κυβέρνηση, εγκαταλείπουν τον πανεπιστημιακό χώρο και ακολουθούν πολιτική καριέρα. Στην Ευρώπη, οι καθηγητές γίνονται μέλη του κοινοβουλίου χωρίς να διακόψουν τη συμμετοχή τους στην πανεπιστημιακή ζωή. Έτσι, υπάρχει μία άμεση σύνδεση μεταξύ εξουσίας και γνώσης.

          Τα όρια ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο και τα ΜΜΕ δεν είναι ακριβώς σαφή, όπως θα νόμιζε κανείς. Και είναι απαραίτητο να σχεδιαστεί ένας χάρτης με τις πολλές και διφορούμενες «γκρι» περιοχές, ώστε να εντοπιστούν οι «επικίνδυνες σχέσεις». Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να παρουσιάσω μερικές σύντομες υποθέσεις για τις διαφορετικές μορφές αυτής της διαρκούς και αναπόφευκτης αμοιβαίας επιρροής.

          Πρώτον: Το Πανεπιστήμιο μελετά τα ΜΜΕ.

Εκπλήσσομαι, πάντοτε, όταν κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης ένας Αμερικάνος δημοσιογράφος με ρωτάει πώς ένας σημειολόγος σαν κι εμένα μπορεί να έχει γράψει δοκίμια για το Σούπερμαν ή τον Τσάρλυ Μπράουν; Φαίνεται ότι ξεχνούν πως κατά τη δεκαετία του ‘50, πριν να ασχοληθώ με τη μελέτη των ΜΜΕ, υπήρχαν ακαδημαϊκά περιοδικά που περιείχαν λεπτομερειακές αναλύσεις αστυνομικών διηγημάτων και κόμικ. Αυτός ο δημοσιογράφος παραβλέπει τις μελέτες του Ρόμπερτ Μέρτελ για το ρόλο του ραδιοφώνου στην πολεμική προπαγάνδα ή αυτές του Κάντριλ για την επίδραση του «Πόλεμος στον Κόσμο» του Όρσον Ουέλες ή τις μελέτες που γράφτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘40, οι οποίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο για τους Ευρωπαίους πολιτιστικούς κοινωνιολόγους. Πράγματι, πρέπει να αποδοθεί τιμή στο Πανεπιστημιακό Ίδρυμα για την ανάληψη, παρά την κακή κατάσταση που επικρατεί, της πρώτης συστηματικής μελέτης της κοινωνίας των ΜΜΕ καθώς και για την αφιέρωση ολόκληρων σχολών και τμημάτων στη μελέτη αυτού του φαινομένου. Ίσως σήμερα να έχουμε φτάσει πολύ μακριά ή πολύ συχνά τα ΜΜΕ είναι αντικείμενο προς ανάλυση, αν και ότι θα έπρεπε να ξέρουμε έχει ήδη ερευνηθεί. Καμία φορά, σκεφτόμαστε τις αναρίθμητες μελέτες οι οποίες επισημαίνουν αυτή τη «μανία για το λευκό» όσον αφορά τις διαφημίσεις, η οποία δημιουργείται από συγκεκριμένα αρχέτυπα πρότυπα. Οι πρωτοετείς φοιτητές μπορούν να τα διαβάζουν αυτά στα φανταχτερά περιοδικά, στα οποία γράφουν και πανεπιστημιακοί καθηγητές. Θα ήταν αρκετά απλό να ρωτήσει κανείς τον καλλιτέχνη της διαφήμισης ή τον κειμενογράφο, οι οποίοι συνήθως έχουν μια καλή πανεπιστημιακή μόρφωση και έχουν διαβάσει και Γιούνγκ. Παρολαυτά, είναι το Πανεπιστήμιο το οποίο έχει μελετήσει τα ΜΜΕ και έχει συμβάλλει στη δημιουργία σθεναρής αντίστασης μεταξύ του κοινού, κατά ένα μεγάλο μέρος. Μπορούμε να πούμε ότι στη Ευρώπη η ακαδημαϊκή ανάλυση των ΜΜΕ έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στην κοινωνία απ’ ότι στης ΗΠΑ. Στις ΗΠΑ, οι μελέτες τους Μέρτελ ή του Κάντριλ, ούτε διαβάζονται ούτε συζητούνται, βέβαια, στα Γυμνάσια. Στην Ευρώπη, η κριτική αντίληψη απέναντι στις στρατηγικές των ΜΜΕ ακόμη και σαν φορείς ιδεολογιών, έχει επηρεάσει συχνά το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Όλο και πιο συχνά, ευσυνείδητοι καθηγητές προετοιμάζουν τους μαθητές τους ώστε να έχουν κριτική σκέψη απέναντι στα ΜΜΕ, με το να αναλύουν διαφημίσεις ή εφημερίδες μέσα στην τάξη και ελπίζω να το συνεχίσουν και περαιτέρω.

          Το δεύτερο σημείο: το Πανεπιστήμιο δουλεύει για τα ΜΜΕ. Η ανεξαρτησία των πανεπιστημίων από την πολιτική εξουσία είναι μάλλον ουτοπία ή ευσεβείς πόθοι. Πριν από 900 χρόνια, το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια απαίτησε την ανεξαρτησία και την αυτονομία του, γιατί τρεις από τους καθηγητές του βοήθησαν τον αυτοκράτορα σε μια νομική αντιπαράθεση με την Εκκλησία. Σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία τους, ο αυτοκράτορας υπέγραψε το πρώτο έγγραφο το οποίο αποδείκνυε την πανεπιστημιακή ανεξαρτησία. Ώστε, δηλαδή, προκειμένου να ελευθερωθούν έπρεπε να πουληθούν. Με παρόμοιο τρόπο το Γαλλικό Πανεπιστήμιο δημιουργήθηκε έπειτα από πολιτική πρωτοβουλία εκ μέρους του Φραγκίσκου του 1ου, για να αντενεργήσει στη συντριπτική ισχύ του Λασορέν. Δεν είναι ασυνήθιστο για έναν πανεπιστημιακό καθηγητή ή για έναν ακαδημαϊκό, εν πάση περιπτώσει, να γίνει σύμβουλος του πολιτικού καθεστώτος. Από τον Αριστοτέλη ως τον Κίσιγκερ, δεν υπάρχει τίποτα πρωτοφανές σχετικά με το γεγονός ότι οι ειδικοί των ΜΜΕ γίνονται σύμβουλοι των ΜΜΕ. Συχνά, ανακαλύπτει κανείς ότι ένα σλόγκαν για ένα καινούργιο μοντέλο αυτοκινήτου έχει επινοηθεί από ένα διάσημο κοινωνιολόγο. Ή ότι κάποιος νεκρός κοινωνιολόγος γίνεται τόσο γνωστός επειδή ανακάλυψε ένα καινούργιο σλόγκαν για ένα νέο μοντέλο αυτοκινήτου. Πιστεύω ότι ένας ειδικός ο οποίος αντιλαμβάνεται κάποιους από τους μηχανισμούς χειραγώγησης των ΜΜΕ, μπορεί να εκπονήσει έρευνα χωρίς να αποσκοπεί στο προσωπικό του όφελος. Κι όμως, φορές αναρωτιέμαι αν πάσχω από φανατισμό. Δε θα έπρεπε να μας προκαλεί αίσθηση το γεγονός αν εάν ειδικός των ΜΜΕ, εργαζόταν ως σύμβουλος μιας εκστρατείας για την περιβαλλοντική παιδεία ή για την καταπολέμηση του AIDS. Όπως είναι φυσικό, άλλωστε, οι πανεπιστημιακοί καθηγητές στη πλειοψηφία τους, να συνεργάζονται με εκδοτικούς οίκους. Πιθανότατα, κάποιος συμβιβασμός μεταξύ Πανεπιστημίου και των κέντρων οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, γίνεται πιο εύκολα αποδεκτός από ότι οι εντολές, μιας και έχουν παραβλεφθεί και θεσμοποιηθεί από την παράδοση. Αν αναλογιστούμε τις συνεργασίες εξέχοντων δασκάλων της Αναγέννησης με τους πρώτους διάσημους τυπογράφους και να διαβάσουμε τα αυταρχικά προϊμια, γεμάτα εγκώμια, των βιβλίων του 16ου και 17ου αιώνα, τότε αντιλαμβανόμαστε τη σχέση που έχει δημιουργηθεί, εδώ και αρκετά χρόνια, ανάμεσα στον ακαδημαϊκό και την εκδοτική βιομηχανία, η οποία αποτελεί μορφή της μαζικής επικοινωνίας. Αυτό, όμως, δεν παραβλέπει το γεγονός ότι από την εποχής του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, οι φιλόσοφοι ήταν επίσης και σύμβουλοι του ηγεμόνα. Μέχρι και δυσεπίλυτες σχέσεις υπήρξαν ανάμεσα στους εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους μέσα στα πανεπιστήμια, μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας και την εξέλιξη των ΜΜΕ, τα οποία έκαναν αυτές τις σχέσεις ακόμα πιο περίπλοκες.

          Τρίτο σημείο: Τα ΜΜΕ εκμεταλλεύονται το πανεπιστήμιο. Ας φανταστούμε την αυστηρώς έντιμη θέση ενός ακαδημαϊκού που αναλύει τους μηχανισμούς των ΜΜΕ, ανεξαρτήτως οικονομικής και συμβουλευτικής βοήθειας. Από την άποψη της ηθικής και των προθέσεων, ένας τέτοιος ακαδημαϊκός είναι υπεράνω υποψίας. Αλλά, αν αυτός ή αυτή, εκδόσει τα αποτελέσματα της έρευνας του/της, τότε τα ΜΜΕ μπορεί να τα εκμεταλλευθούν. Η κρίσιμη περιγραφή απαγορευμένων διαδικασιών πειθούς εκ μέρους ενός ακαδημαϊκού, λοιπόν, μπορεί ν’ αποτελέσει μία ακούσια συμβολή στην εφαρμογή αυτών των διαδικασιών. Αυτά τα προβλήματα, προφανώς, συναντώνται σε κάθε αρχή. Ένας χημικός γνωρίζει πολύ καλά ότι αν γράψει μια εργασία για κάποιο μυστηριώδες δηλητήριο, ένας δολοφόνος, πιθανότατα, να χρησιμοποιήσει αυτή την πληροφορία, μολονότι ο χημικός θεωρεί αυτή την έρευνα σαν την περιγραφή κάποιου πράγματος το οποίο υπάρχει ανεξαρτήτως της συγγραφικής του δραστηριότητας. Αντιθέτως, στην πολιτική επιστήμη, ο ακαδημαϊκός είναι διαρκώς κατεχόμενος από την έμμονη ιδέα του κινδύνου δημιουργίας ενός φαινομένου με το να το περιγράφει απλώς. Ένα βιβλίο με δοκίμια για τη Μαντόνα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στις ΗΠΑ, περιελάμβανε μια σειρά από παραθέσεις από τον σημειολόγο της «ντεκονστρακτιονιστικής» φιλολογίας, τον Χαιντέγκερ, και λοιπά. Αυτά τα δοκίμια, άραγε, παρουσιάζουν μια κριτική ανάλυση του φαινομένου μαντόνα ή συμβάλλουν στην εξάπλωση του φαινομένου; Το δηλητήριο δεν γίνεται πιο επικίνδυνο μετά την εργασία του χημικού, ούτε η Μαντόνα θα αλλάξει ως είδωλο μετά την επέμβαση τόσων φιλοσόφων.

          Σημείο νούμερο 4: το Πανεπιστήμιο εκπαιδεύει εργατικό δυναμικό για τα ΜΜΕ. Η προετοιμασία εργατικού δυναμικού για τα ΜΜΕ, είναι πιθανότατα πιο τυπική στην περίπτωση των ΗΠΑ, από ότι στην Ευρώπη αλλά στην πραγματικότητα στα πανεπιστήμια όλου του κόσμου υπάρχουν μαθήματα τα οποία διδάσκουν στους φοιτητές πως να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα πρότυπα που έχουν καθορίσει οι εφημερίδες, τα τηλεοπτικά δίκτυα και οι εκδοτικοί οίκοι. Αρχικώς, δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο σ’ αυτό, αφού το Πανεπιστήμιο προετοιμάζει τους φοιτητές να γίνουν δικηγόροι, γιατροί και επιχειρηματίες. Όμως, αυτά τα επαγγέλματα έχουν σχέση με τον εκπαιδευτικό θεσμό που εκπαιδεύει τους αυριανούς επαγγελματίες και τα οποία σκοπό έχουν να επινοήσουν και να διδάξουν, συγχρόνως, τόσο τις νέες πρακτικές όσο και την φιλοσοφία τους ή τις  βασικές τους αρχές. Έτσι, στις πρώτες ιατρικές σχολές διδασκόταν η φλεβοτομία μαζί με τον όρκο του Ιπποκράτη. Στην περίπτωση των ΜΜΕ, των εφημερίδων, της διαφήμισης, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, αυτά υπήρξαν και εξελίχτηκαν ανεξαρτήτως ενός τυπικού εκπαιδευτικού θεσμού, ο οποίος μπορεί να είχε καθορίσει την ιδεολογική τους κατάσταση. Υπάρχει, βέβαια, το παράδοξο ότι μέσα στο ίδιο πανεπιστήμιο το τμήμα της επικοινωνίας να διδάσκει μια πρακτική και το τμήμα πολιτικών επιστημών της φιλοσοφίας να την κρίνει ως ηθικώς αμφισβητήσιμη. Κάποιος μπορεί να σκεφτεί ότι τα πανεπιστήμια επιβιώνουν μέσα στο πλήθος αυτών των απόψεων. Δυστυχώς, όμως, όταν και όπου αυτό συμβαίνει, δεν υπάρχει κάποιο παράδειγμα ολοκληρωμένων συγκαταβατικών απόψεων. Οι φοιτητές της επικοινωνίας μαθαίνουν πως να γίνουν δημοσιογράφοι σύμφωνα με τα τρέχοντα κριτήρια, ενώ οι φοιτητές της φιλοσοφίας μαθαίνουν πως να ασκούν κριτική στους δημοσιογράφους, ως μέσο για την ανακάλυψη της αλήθειας. Στον ακαδημαϊκό θεσμό οι δύο απόψεις μπορούν να συνυπάρξουν πλάι-πλάι αλλά οι δύο γραμμές σκέψεις θα γεννήσουν δύο είδη πολιτών και μελλοντικών επαγγελματιών, οι οποίοι θα αλληλοαγνοούνται για το υπόλοιπο της ζωής τους.

          Σημείο 5: το Πανεπιστήμιο εκμεταλλεύεται τα ΜΜΕ. Ακόμα κι αν πολλοί πανεπιστημιακοί εκπρόσωποι εξακολουθούν να αγνοούν τα ΜΜΕ, το ίδιο το Πανεπιστήμιο, παρόλαυτά, τα χρησιμοποιεί είτε για καλούς είτε για κακούς σκοπούς. Τα ΜΜΕ σήμερα εκτελούν κάποιες εκπαιδευτικές λειτουργίες, οι οποίες κάποτε επιτελούνταν από το σχολείο. Μια φορά κι έναν καιρό, οι ίδιοι οι δάσκαλοι έπρεπε να προμηθεύουν τη διδακτική ύλη των χειρογράφων τους, ενώ σήμερα, παράγονται από την επονομαζόμενη «πολιτιστική βιομηχανία», κατά τρόπο φτηνότερο και πιο ευπρόσιτο. Πληροφορίες και ιδέες που κάποτε διαδίδονταν μέσω του εκπαιδευτικού θεσμού, τώρα μεταδίδονται απευθείας από τα ΜΜΕ. Μια φορά κι έναν καιρό, τα σχολεία έπρεπε να διδάξουν στους μαθητές που είναι η Μογκατίσα και που είναι τα σύνορα του Κουβέιτ, ενώ σήμερα τέτοιες πληροφορίες μεταδίδονται απευθείας από τις εφημερίδες και την τηλεόραση. Αυτό δε σημαίνει, όμως, ότι τα εκπαιδευτικά ιδρύματα έχουν λιγότερη ανάμειξη στη μετάδοση τέτοιων πληροφοριών. Τα ΜΜΕ μεταδίδουν αυτές τις πληροφορίες χωρίς κριτική και χωρίς ειδοποίηση και είναι ευθύνη του εκπαιδευτικού συστήματος να τις ελέγχει και να τις διορθώνει.

          Σήμερα, είναι πιο σημαντικό το Πανεπιστήμιο να ασκεί κριτική στις βασικές πληροφορίες που μεταδίδονται από τα ΜΜΕ, από το να μεταδίδει το ίδιο αυτού του είδους γνώσεις. Κάποτε, τα περισσότερα βιβλία παράγοντας μέσα στο πλαίσιο των πανεπιστημίων. Σήμερα, παρέχονται από την εκδοτική βιομηχανία. Κάποτε, η επιστημονική ελίτ ήταν αυτή που πρότεινε στον εκδότη τι να εκδόσει ανάλογα με τις ανάγκες της έρευνας και της εκπαίδευσης. Ήταν η ακαδημαϊκή ελίτ της χώρας που ανακάλυπτε, ας πούμε, ότι η χώρα έχει δημοσιεύσει μία σημαντική έρευνα η οποία πρέπει να μεταφραστεί ώστε να διατεθεί στους φοιτητές. Έτσι, το Πανεπιστήμιο παρείχε τη διδακτέα ύλη για τους έκδότες. Σήμερα, είναι ο εκδότης που ανακαλύπτει ένα ξενόγλωσσο βιβλίο, αποφασίζει τη μετάφραση του και κατά αυτόν τον τρόπο παρέχει την διδακτέα ύλη για το Πανεπιστήμιο. Ανεξαρτήτως των αποφάσεων των καθηγητών, οι φοιτητές μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σε έναν όγκο ενδιαφέροντων νέων βιβλίων, μερικά από τα οποία είναι ακόμα άγνωστα στους καθηγητές τους. Έτσι, η εκδοτική βιομηχανία προσφέρει στους φοιτητές πολλαπλές πηγές πληροφόρησης και τους διευκολύνει να ορίσουν τη διδακτέα ύλη των καθηγητών. Ο καθηγητής διδάσκει τον Ράσσελ ενώ ο φοιτητής διαβάζει Χούσελ αντ’ αυτού. Αυτό, μερικές φορές, μπορεί να αποτελέσει αιτία πανικού. Οι καθηγητές δεν μπορούν πια να κρύψουν την έλλειψη γνώσεων και αυτό μπορεί να θεωρηθεί ανευθυνότητα σε κάποιο βαθμό, για ότι αφορά όλα τα βιβλία που κυκλοφορεί στην αγορά η εκδοτική βιομηχανία. Είναι η εκδοτική βιομηχανία, η οποία με το να αποφασίζει ποιά βιβλία πρέπει να διατεθούν, επανεκδοθούν ή να αποσυρθούν από την αγορά, επηρεάζει τα αντικείμενα που θα μελετηθούν μέσα στα επόμενα χρόνια.

          Μπορεί να συζητηθεί το γεγονός ότι οι πανεπιστημιακοί καθηγητές με το να δρουν ως σύμβουλοι εκδοτών, διατηρούν αυτού του είδους την επιλεκτική διαδικασία υπό τον έλεγχό τους. Συμβαίνει όμως, μια μικρή προνομιούχα ομάδα ακαδημαϊκών, μέσω των επιλογών τους, να επηρεάζουν ή να καθορίζουν τις εκπαιδευτικές επιλογές όλων των υπολοίπων γνωστών συναδέλφων τους.

          Νούμερο 6: Τα ΜΜΕ παρέχουν θέματα για το Πανεπιστήμιο. Πολλά θέματα, τα οποία συζητώνται ευρέως στα πανεπιστήμια σήμερα, προέρχονται από την Ακαδημία, αλλά έχουν γίνει αποδεκτά μόνο ως αποτέλεσμα των ΜΜΕ. Επιτρέψτε μου να φέρω ως παράδειγμα θέματα όπως η πολυπαιδεία, η κριτική με βάση το φύλο, η πολιτική ορθότητα, μεταμοντερνισμός. Το πρόβλημα είναι το εξής: θεωρείται ακαδημαϊκό παράδειγμα όντα αυτά τα θέματα μετατοπίζονται από τον πανεπιστημιακό χώρο στα ΜΜΕ; Ίσως. Συχνά, παραπονιόμαστε ότι κάποια σημαντικά προβλήματα για την κοινωνία και τον κοινό νου, παραμένουν περιορισμένα στην πανεπιστημιακή γλώσσα, η οποία έχει αποκλείσει το κοινό σε μεγάλο βαθμό.  Αυτό το σύγχρονο φαινόμενο απαιτεί την άσκηση κριτικού πνεύματος, ώστε τα θέματα να μην παρερμηνεύονται αλλά ούτε και να θεωρούνται ασήμαντα. Με άλλα λόγια, απαιτείται να δεχόμαστε την πρόκληση να εξετάζουμε αυτά τα φαινόμενα. Όσον αφορά τη μεταβλητή συμπεριφορά των ΜΜΕ απέναντι στην κουλτούρα, ας αναλύσουμε την ποικιλία, υπό τη μορφή των τομέων στα Αμερικάνικα βιβλιοπωλεία. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, ο Μάρξ, ο Φρόυντ, ο στρουκταουραλισμός και Χάσσελ, αν μπορούσε κανείς να τους βρει σε ένα βιβλιοπωλείο, βρίσκονταν όλα στον τομέα «Φιλοσοφία Ηπείρων». Στα μέσα της δεκαετίας του ‘60, τα ίδια βιβλία βρίσκονταν στον τομέα που αποκαλείτο «Στρουκτουραλισμός» και το οποίο περιελάμβανε το Μαρξισμό, την ψυχανάλυση και τη φαινομενολογία. Μετά, στη δεκαετία του ‘70, οι ίδιοι συγγραφείς και τα ίδια θέματα εμφανίζονται στον τομέα «Μεταστρουκτουραλισμός» ή, όπως είδα στο Σαιντ Μαρκ, «Σημειολογία, Κινηματογράφος και Φεμινισμός».

          Πρόσφατα, στη βιβλιοθή΄κη του Χάρβαρντ, βρήκα θέματα όπως σημειολογία, γλωσσολογία, νευρολογία, ψυχολογία και μετα-αναλυτική φιλοσοφία, ταξινομημένα μαζί ως «Γνωστικές Σπουδές», πράγμα το οποίο δεν ακούγεται και τόσο άσχημα. Σε ένα εμπορικό βιβλιοπωλείο γνωστής αλυσίδας στη Νέα Υόρκη, ο Σαιντ Αγκουστίν είχε τοποθετηθεί στον τομέα «Νέες εποχές». Θα έβρισκα την ίδια κατανομή θεμάτων και στα βιβλιοπωλεία κοντά στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια αλλά και σ’ αυτά κοντά στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης μέσα και έξω από την πόλη.

          Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι τα διαφορετικά πανεπιστημιακά τμήματα, τα οποία καθιερώνουν αυτά τα κριτήρια σύμφωνα με τις δικές τους γραμμές σκέψης, αλλά η εξουσία του μάρκετινγκ, η οποία δρα έξω από την ακαδημαϊκή ελίτ.

          Ας πάμε στην Ιταλία τώρα,  όπου τα ράφια που στη δεκαετία του ‘60 και ‘70 καλύπτονταν από Μαρξιστικά και επαναστατικά βιβλία, τώρα έχουν αφιερωθεί στον μυστικισμό και την ανατολίτικη σκέψη. Είναι αυτή η εμπορική επιλογή η οποία μπορεί να καθορίσει τις πολιτιστικές απαιτήσεις των φοιτητών. Μπορούν τα πανεπιστήμια να μείνουν απομονωμένα από αυτά τα μεταβαλλόμενα πολιτιστικά γεγονότα; Στην Ιταλία, όλο και πιο πολλά διαφορετικά τμήματα επικοινωνιακών σπουδών δεν αναλύουν μόνο τον τρόπο λειτουργίας των ΜΜΕ, αλλά προσκαλούν και ανθρώπους της τηλεόρασης ως επισκέπτες καθηγητές. Πραγματικά, είναι ενδιαφέρον να χρησιμοποιούνται αυτοί οι άνθρωποι ως ειδικοί που γνωρίζουν καλύτερα τα επικοινωνιακά στερεότυπα, αλλά υπάρχει πάντοτε μια διαφορά στο να χρησιμοποιεί κανείς ένα ινδικό χοιρίδιο για πειράματα ανατομίας και στο να το αποκαλεί καθηγητή ανατομίας!

          Νουμερο 7: Το Πανεπιστήμιο εκμεταλλεύεται τις τεχνικές των ΜΜΕ. Το Πανεπιστήμιο μπορεί να αποφασίσει να χρησιμοποιήσει τα ΜΜΕ ως μέσο για να διευρύνει το πεδίο επιρροής του, Τα επιτυχή αποτελέσματα του Ανοιχτού Πανεπιστημίου, ενός εκπαιδευτικού θεσμού για ενήλικες και μία εναλλακτική λύση για εργαζόμενους φοιτητές, αποδεικνύει πως η σύγχρονη χρήση εντύπων, κασετών, βιντεοταινιών και προσφάτως CD-ROM, μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία ενός πανεπιστημιακού κυκλώματος μαζικής επικοινωνίας. Αλλά αυτή η υπέρμετρη διαθεσιμότητα των πληροφοριών μπορεί επίσης να προκαλέσει ένα καταστρεπτικό αποτέλεσμα. Τα ΜΜΕ, βέβαια, προκειμένου να πλησιάσουν πάνω απ’ όλα εκείνους τους φοιτητές από τον κύκλο της πολιτιστικής πληροφόρησης, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν ευθέως την εκπαιδευτική σχέση και τον άμεσο διαπροσωπικό διάλογο.

          Επιπλέον, το Πανεπιστήμιο συχνά χρησιμοποιεί τα ΜΜΕ ως μέσο επιρροής στην ακαδημαϊκή αντιπαράθεση. Οι επιστημονικές συζητήσεις στις εφημερίδες δεν αποτελούν κάτι καινούργιο για τον αιώνα μας. Αυτό που είναι σίγουρα νέο είναι ο ρόλος των τηλεοπτικών συζητήσεων, όσον αφορά την επιρροή των γνωμών σχετικά με κάποια σημαντική επιστημονική πολιτική, ή αποφάσεις, όπως για τη χρήση ή την απόρριψη της πυρηνικής ενέργειας. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, διακρίνω κάποιες ανησυχητικές νέες τάσεις. Ένα τυπικό παράδειγμα για τη χρήση των ΜΜΕ σε μία ακαδημαϊκή αντιπαράθεση στις ΗΠΑ, μερικά χρόνια πριν, ήταν η ανακάλυψη του φιλοναζισμού του Χαϊντέγκερ. Το ότι ο Χαϊντέγκερ ήταν φιλοναζιστής ήταν γνωστό από το τέλος σχεδόν του πολέμου. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 στις ΗΠΑ μεταφράστηκαν και σχολιάστηκαν οι πολιτικές ομιλίες τους Χαϊντέγκερ. Κάθε σοβαρός ακαδημαϊκός γνώριζε αυτή τη σκοτεινή πλευρά της προσωπικής ζωής του Χαϊντέγκερ και είχε υπ’ όψιν του το φιλοσοφικό πρόβλημα, αν και η φιλοσοφία του εξαρτόταν ή καθοριζόταν από τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Δεν είμαι οπαδός του Χαϊντέγκερ αλλά θεωρώ επικίνδυνο μία τέτοια προσπάθεια απογύμνωσης της φιλοσοφίας κάποιου, στηριζόμενοι απλώς σε ένα βιογραφικό γεγονός. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε το ρόλο του Γουώλτερς στην εξέλιξη της δυτικής σκέψης απλώς επειδή επένδυσε μέρος της περιουσίας του στο δουλεμπόριο.

          Κατά τη διάρκεια ενός πανεπιστημιακού σεμιναρίου μπορεί κανείς να συζητήσει για τη σχέση μεταξύ της σκέψης του Χάιντεγκερ χρησιμοποιήθηκε από μία ομάδα ακαδημαϊκών για να αμφισβητήσουν κάποιους από τους συναδέλφους τους και αυτή η διαμάχη τους παρουσιάστηκε από τα ΜΜΕ. Ακολούθησε ένα μεγάλο σκάνδαλο, όπως η διάλυση συγκεκριμένων πανεπιστημιακών τμημάτων με τον εξαναγκασμό ορισμένων ακαδημαϊκών να αλλάξουν Πανεπιστήμιο. Η προσωπική μου εντύπωση είναι ότι μια συγκεκριμένη πανεπιστημιακή ομάδα χρησιμοποίησε τα ΜΜΕ για να προκαλέσει έναν υποτιθέμενο σκοπό,  ο οποίος έμοιαζε σαν σκοπός για το κοινό των ΜΜΕ, αλλά που δεν ήταν για τον ακαδημαϊκό κόσμο, προκειμένου να θέσει με αυτόν τον τρόπο ένα επιχείρημα που θα έπρεπε να είχε συζητηθεί με έναν πιο φιλοσοφικό τρόπο. Συχνά πάντως το Πανεπιστήμιο χρησιμοποιεί τα ΜΜΕ ως όπλο.

          Νούμερο 8: To Πανεπιστήμιο γίνεται θύμα του σταρ-σύστεμ. Τα ΜΜΕ έχουν εισάγει το Πανεπιστήμιο στο σταρ-σύτεμ. Συχνά, αναρωτιόμαστε αν η φήμη κάποιων ακαδημαϊκών συνδέεται με τα ακαδημαϊκά τους επιτεύγματα ή, αντιθέτως, απλώς, με την εικόνα που έχουν δημιουργήσει η τηλεόραση και τα φανταχτερά περιοδικά γι’ αυτούς. Το σύστημα των ΜΜΕ είναι τόσο ισχυρό που δημιουργεί ειδήσεις επιτυχώς, όχι μόνο με την αναίδεια αυτών που εμφανίζονται καθημερινώς στη τηλεόραση, αλλά και με την προβολή της ιδιωτικής ζωής αυτών που έχουν αποσυρθεί από το δημόσιο βίο.

          Ακόμα και οι απουσίες μεταμορφώνονται σε ειδήσεις από τον Τύπο. Πάρτε για παράδειγμα την περίπτωση του Σάλλινγκερ. Όχι μόνο αυτοί που εκδίδουν ένα βιβλίο το χρόνο, αποτελούν είδηση, αλλά και αυτοί που δεν εξέδωσαν ποτέ τίποτε απολύτως. Υπάρχουν ακαδημαϊκοί που μπορούν αν κάνουν τη σιωπή τους να μιλήσει κι αν δεν το καταφέρουν αυτό οι ίδιοι, μπορεί να το κάνει μια καλή αναφορά γι αυτούς. Μερικοί εκδοτικοί οίκοι ειδικεύονται στο να κάνουν διάσημους εκείνους που δεν δημοσίευσαν ποτέ ούτε μία γραμμή στη ζωή τους και ίσως τις καλύτερες προοπτικές να έχουν εκείνοι οι οποίοι δεν έχούν ούτε ένα απλό χειρόγραφο.

          Εξίσου ενοχλητική είναι η επιρροή των ΜΜΕ στους φοιτητές. Οι διαδηλώσεις των φοιτητών το ‘68, επηρεάστηκαν από την επέμβαση των ΜΜΕ. Το Ράδιο Μόντε Κάρλο υπαγόρευε βήμα προς βήμα την πορεία προς το Καρτιέ Λατέν, αλλά ήταν έργο των ΜΜΕ, το οποίο ενθάρρυνε την ταυτόχρονη εξάπλωση του ίδιου φαινομένου σε διαφορετικές χώρες καθώς και τις διαμαρτυρίες που ακολούθησαν τα ίδια μοντέλα. Όμως, αν και μπορούμε να θεωρήσουμε τη μεγάλη εξέγερση του ‘68 σαν ένα αναπόφευκτο ιστορικό φαινόμενο, αυτό δεν είναι αλήθεια για άλλες μικρότερες κλίμακας διαδηλώσεις. Οι διαμαρτυρίες που ακολούθησαν στην Ιταλία το ‘77, και το ‘81, συνέβησαν γιατί διάφορες ομάδες φοιτητών άρχισαν να εξεγείρονται μόνο και μόνο για να ακολουθήσουν την ημερήσια διάταξη των ΜΜΕ.

          Υπό αυτή την έννοια τα ΜΜΕ δεν αναφέρονται στα πανεπιστήμια αλλά δημιουργούν και προκαλούν ειδήσεις. Τέλος, τα ΜΜΕ έχουν την τάση να μετατρέπουν την πανεπιστημιακή ζωή σε σόου. Η αναγγελία μιας έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη, παρουσιάζεται σαν τελική ανακάλυψη. Το πείραμα μιας τάξης διαφημίζεται ως επίτευγμα μιας παγκόσμιας πανάκειας. Θα αναφερθώ στο επεισόδιο που συνέβη στη Γιούτα, την επονομαζόμενη «συγχώνευση». Τη συγχώνευση της διαμάχης μεταξύ Γάλλων και Αμερικανών επιστημόνων για το AIDS, όπου η υπόθεση «να είμαστε προσεκτικοί και συνετοί», έγινε αντικείμενο ανεύθυνων σόσου. Περιττό να πού΄με ότι οι σοβαροί επιστήμονες θα έπρεπε να αποφεύγουν τέτοιες εμφανίσεις με το ύφος διασημοτήτων. Αναπόφευκτα, όμως, θα γίνουν θύματα του συστήματος των ΜΜΕ. Συχνά, όσο περισσότερο ένας ακαδημαϊκός έχει παραμείνει έξω από την εμπειρία των ΜΜΕ, τόσο πιο ευάλωτος θα γίνει στον αγώνα εναντίον τους. Ένα ναι ή ένα ίσως σε μια άτυπη συνέντευξη, μπορεί να μετατραπεί σε μια επίσημη ανακοίνωση. Σ’ αυτό το σημείο ο ακαδημαϊκός γίνεται δέσμιος ενός σκοπού που ούτε επιθυμούσε ούτε ενθάρρυνε τουλάχιστον.

          Νουμερο 9: H τεχνολογία των ΜΜΕ θέτει σε κίνδυνο την έρευνα. Η τεράστια εκδοτική παραγωγή με τη βοήθεια υπολογιστών μέσω του Internet, όπου μπορεί κανείς να δημοσιεύσει ολόκληρη τη δουλειά του, εδώ και δύο χρόνια, αποτελεί εμπόδιο στην επιστημονική επικοινωνία. Η επεκτατική αύξηση διαθέσιμου επιστημονικού υλικού, επηρεάζει κατά δραματικό τρόπο τον καταμερισμό της γνώσης. Όταν ένας ακαδημαϊκός δέχεται καθημερινώς εκατοντάδες σελίδες που σχετίζονται με την επιστημονική του έρευνα, θα παραμείνει σίγουρα στο σκοτάδι, όσον αφορά τις μελέτες όλων των σχετικών κλάδων. Δυστυχώς, έτσι, τώρα γίνεται αδύνατο για τους ακαδημαϊκούς να ακολουθήσουν τον τομέα της εξειδίκευσης τους, που έχει οδηγήσει στην παραγωγή και την κατανάλωση αναλύσεων. Οι αναλύσεις είναι μια υπηρεσία των ΜΜΕ. Μια ανάλυση είναι, για παράδειγμα, ένα κείμενο το οποίο έχει ερμηνευθεί και συνοψιστεί από ένα θυρωρό. Έτσι, η πρωταρχική ευθύνη ενός ακαδημαϊκού να μελετάει, ερμηνεύει και να κρίνει ένα κείμενο, περνάει σε έναν συγγραφέα αναλύσεων. Πλάι στη δικτατορία των αναλύσεων, υπάρχει η απειλή των ολοκληρωμένων βιβλιογραφιών πάνω σε οποιοδήποτε θέμα, το οποίο τώρα μπορεί να αποκτηθεί μέσω των πληροφοριακών δικτύων. Μια σημερινή βιβλιογραφία είναι κάτι το οποίο κατακτάται βήμα-βήμα με επίπονη και προμελετημένη προσπάθεια. Μια ολοκληρωμένη βιβλιογραφία με 10.000 τίτλους πάνω στο ίδιο θέμα, δεν αξίζει τίποτα, γιατί δεν μπορεί να την συμβουλευτεί κανείς. Οι καθηγητές που με το πάτημα ενός κουμπιού λαμβάνούν μια τέτοια βιβλιογραφία, όχι μόνο δεν είναι σε θέση να διαβάσουν όλα τα βιβλία που περιέχει, αλλά σίγουρα ούτε και όλους τους τίτλους.

          Δείγματα αυτής της κρίσης εμφανίζονται σε πολλές εκδόσεις τα τελευταία χρόνια, σε χώρες που θεωρούνται πρωτοπόροι όσον αφορά την καινοτομία, στην έρευνα. Δεν υπάρχουν βιβλιογραφίες που να περιέχουν τίτλους παλαιότερους των δέκα ετών. Γιατί αυτό το κριτήριο δικαιολογείται για κάποιες αρχές, οι οποίες υφίστανται διαρκείς αλλαγές, είναι ένα θέμα που αφορά τις σπουδές στον τομέα των Ανθρωπιστικών επιστημών, που είναι εκ φύσεως αθροιστικές.

          Πρόσφατα, διάβαζα σε μια επιστημονική μελέτη, η οποία είχε εκπονηθεί από έναν εξαιρετικό καθηγητή, για μια συγκεκριμένη ιδέα που ήδη είχε διατυπωθεί από τον Εμμάνουελ Καντ, ενώ στην υποσημείωση αναφερόταν το όνομα Σ. Μπράουν, 1987. Η τεχνολογία των ΜΜΕ απειλείται από μια ανίατη ασθένεια. Την ακρίβεια των υλικών, που υποστηρίζουν και μεταδίδουν τις πληροφορίες. Οι βιντεοταινίες, οι εγγραφές σε μαγνητικούς δίσκους και οι φωτοτυπίες, κάποια μέρα θα σβήσουν. Ακόμα και το βιβλίο, το πρωταρχικό εργαλείο για τη μετάδοση γνώσεων έχει γίνει πολύτιμο είδος. Όλα τα βιβλία που εκδόθηκαν μετά το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, οπότε κι έγινε το πέρασμα από την εποχή χρήσης «τραχείου» χαρτιού στη χρήση χαρτιού που προέρχεται από δέντρα, πρόκειται να γίνουν σκόνη, μέσα σ’ ένα διάστημα 30 με 70 χρόνια το πολύ. Τα ΜΜΕ έχουν επιτρέψει την άνθηση και κυκλοφορία βιβλίων που θα «πεθάνουν» πριν από τη συγγραφή τους! Όλες οι μέθοδοι -μικροφίλμ, επανεκτύπωση σε (acid-free) αντιοξειδωτικό χαρτί ή χημική προστασία – που εφαρμόζονται προκειμένου να αποφευχθεί αυτό το τραγικό συμβάν, μας βοηθούν να μεταφέρουμε μόνο τμήματα από τις μαρτυρίες του πολιτισμού της εποχής μας.

          Μια από τις ιστορικές ευθύνες των πανεπιστημίων για τις επόμενες δεκαετίες είναι να επιλέξουν ποιά βιβλία πρέπει να τύχουν προνομιακής μεταχείρισης και ποιά βιβλία θα εξαφανιστούν. Αυτή είναι μια τρομερή ευθύνη και ομολογώ ότι δε θα ήθελα να συμμετάσχω σε καμία επιτροπή επιφορτισμένη με μια τέτοια απόφαση.

          Νομίζω ότι έχω σκιαγραφήσει την εικόνα μίας αρρωστημένης και βασανιστικής κατάστασης στην οποία όσοι ιχυρίζονται ότι θα θεραπευτούν ψεύδονται αλλά και όπου ο καθένας από μας πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για την δική του/της ευαίσθητη ισορροπία. Στον κόσμο των ΜΜΕ δεν υπάρχουν πια φιλντισένιοι πύργοι. Για την αντιμετώπιση των ΜΜΕ, η Ακαδημία πρέπει να αναγνωρίσει την αναπόφευκτη επιρροή τους, να αντιπαρέλθει την αρνητική τους επίδραση και να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες τους.

          Επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω με μια νότα αισιοδοξίας. Το Πανεπιστήμιο δε μπορεί να αντισταθεί στην προφανή επιρροή των ΜΜΕ με το να εκμεταλλεύεται τις μαρτυρίες του. Αν ορίσουμε την αξία της πληροφόρησης, υπό τον όρο της απροσδόκητης γνώσης, τότε τα ΜΜΕ μπορεί  να πληροφορούν ως προς τα γεγονότα αλλά όχι ως προς τη σύλληψη και την ερμηνεία των γεγονότων. Τα ΜΜΕ μας λένε ότι αυτό είναι έτσι, ή ότι ένα αεροπλάνο συνετρίβη, ή ότι το δολάριο έπεσε, ή για το ξέσπασμα μιας πολιτικής κρίσης. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, αμφιβάλλω αν η πληροφορία είναι αληθινά τόσο απρόσμενη. Εν πάσει περιπτώσει, αυτή είναι η πληροφόρηση. Αλλά, σκέψεις πάνω σε αυτά δεν μπορεί να δημιουργηθούν επί τόπου και αυθημερόν.

          Για παράδειγμα, την περασμένη δεκαετία τα ΜΜΕ ανακάλυψαν ότι έχουμε περάσει στον κόσμο των εικόνων. Έχω επαφή με πολλούς δημοσιογράφους, πιστέψτε με. Ξαφνικά, στη δεκαετία του ‘80, τα ΜΜΕ ανακάλυψαν ότι ζούμε σε έναν πολιτισμό εικόνων. Δεν ήταν και συνταρακτική ανακάλυψη, γιατί  αυτό το φαινόμενο είχε συζητηθεί από τους κοινωνιολόγους και τους σημειολόγους περίπου 30 χρόνια πριν. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, τον Μακ Λιούαν. Αλλά, το πρόβλημα είναι ότι οι κοινωνίες μας, μετά τη διάδοση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, επιστρέφουν σε έναν Γουτεμβεργιακό γαλαξία πιο πολύ εικόνες από ότι γραπτό λόγο, τώρα, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δε θα ήταν ένα εργαλείο που μπορούν να χρησιμοποιήσουν μορφωμένοι άνθρωποι, μιας και περιέχει όλο λέξεις, λέξεις, λέξεις.

          Το ερώτημα, πραγματικά, είναι σχετικό με το μέλλον και την ποιότητα μιας τέτοιας νέου είδους μόρφωσης. Τα ΜΜΕ δεν μπορούν να το αντικρούσουν αυτό γιατί οι άνθρωποι δεν θα το πίστευαν. Οι άνθρωποι έπρεπε να αντιμετωπίσουν τόσες πολλές δυσκολίες ώστε να αποδεχτούν, τελικά, την ιδέα ότι ζούμε σε έναν πολιτισμό εικόνων , όπου το κοινό δεν μπορεί πια να το απαρνηθεί. Είναι κάτι που έχει γίνει πια «κλισέ» χάρη στη σπουδαία προσπάθεια που καταβλήθηκε. Έτσι, τα ΜΜΕ μας αναγκάζουν να πούμε ότι ζούμε στον πολιτισμό των εικόνων. Θα μπορούσαν να αποκαλύψουν ότι ζούμε ξανά σε έναν πολιτισμό αναλφάβητων, μόνο μετά από είκοσι χρόνια. Τα ΜΜΕ μπορούν να παρουσιάσουν την είδηση για μια έρευνα σε ένα συγκεκριμένο εργαστήριο αλλά δεν μπορούν να προσφέρουν την κατάλληλη ερμηνεία αυτού του γεγονότος.

          Στο επίπεδο των γεγονότων, τα ΜΜΕ αναφέρουν τι συμβαίνει τώρα, αλλά στο επίπεδο της ερμηνείας μπορούν μόνο να πουν ότι ήταν αναμενόμενο είκοσι χρόνια πριν. Η κουλτούρα, η γνώση, οι θεωρίες που γεννιούνται μέσα στο Πανεπιστήμιο, βρίσκουν τη θέση τους μέσα σε αυτό τα χάσμα των είκοσι χρόνων. Αυτό που μελετάει το Πανεπιστήμιο σήμερα, είναι αυτό που θα ενσωματώσουν τα ΜΜΕ στο πρόγραμμα τους, στο σύστημα τους, σε είκοσι χρόνια από τώρα.

          Θέλω να πιστεύω ότι οι φοιτητές έρχονται ακόμα στα αμφιθέατρα γιατί αντιλαμβάνονται ότι κάτι συζητείται εκεί, το οποίο τα ΜΜΕ δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα. Όταν θα γίνει αυτό, τότε το Πανεπιστήμιο θα συζητά ήδη κάτι άλλο. Και αν είμαστε σε θέση να διατηρήσουμε αυτό το χάσμα, θα έχουμε, ακόμη ένα ρόλο να παίξουμε, ο οποίος είναι πραγματικά ανεκτίμητος.

Σας ευχαριστώ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top