skip to Main Content

ΤΑ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ  ΠΟΙΑ ΚΑΤΕΡΡΕΥΣΑΝ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΠΑΡΕΜΕΙΝΑΝ ΙΣΧΥΡΑ

 

«Πέντε φορές μέσα σε 100 χρόνια, τα κωδωνοστάσια της Notre-Dame είχαν αντικρίσει την λάμψη των Πρωσικών πυροβόλων και ακούσει τις βροντές των κανονιοβολισμών τους.

Επί τέσσερα φρικτά χρόνια, δέκα τρεις επαρχίες της Γαλλίας είχαν βρεθεί κάτω από τη βαριά μπότα του στρατιωτικού νόμου των Πρώσων…Δεν υπήρχε ούτε μια καλύβα, ούτε μια οικογένεια από το Βέρντεν ως την Τουλόν που να μη θρηνούσε νεκρούς…».

Ουίνστον Τσόρτσιλ[1]

Τα «99 έτη της Ευρωπαϊκής Ειρήνης», -που μεσολάβησαν από το Βατερλώ και τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων μέχρι την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στη διάρκεια των οποίων η Ευρώπη δεν γνώρισε γενικευμένο πόλεμο,- προδόθηκαν μέχρις εσχάτων.

Τα ξημερώματα της 1ης Αυγούστου 1914, στα χαρακώματα του μετώπου οι εχθροί ανταπέδιδαν τα πυρά.

Η ιστορία αρχίζει να καταγράφει τα γεγονότα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Κανείς δεν πρόβλεψε τότε, ότι για τα επόμενα 4 χρόνια, η ευρωπαϊκή ήπειρος θα γνώριζε ανείπωτη δυστυχία, φρικαλεότητα, βαναυσότητα, εξευτελισμό της ανθρώπινης οντότητας και θα βυθίζονταν στο έρεβος των επερχόμενων δεινών. Πόσο πολλοί διαψεύστηκαν κάποιοι που πρόβλεψαν ότι «αυτός ο πόλεμος ήταν το τέλος των πολέμων!».

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, βύθισε την Ευρώπη σε πολιτικό και κοινωνικό  μαρασμό αλλά και σε οικονομικό χάος. Τέσσερις αυτοκρατορίες (ρωσική, γερμανική, αυστριακή και οθωμανική) κατέρρευσαν σαν χάρτινοι πύργοι.

Ο οικονομικός στραγγαλισμός της Γερμανίας, χώρας που διέθετε προπολεμικά την πιο ακμαία οικονομία της ηπειρωτικής Ευρώπης, προκάλεσε βαθμιαία και την κατάρρευση του οικονομικού οικοδομήματος άλλων ευρωπαϊκών χωρών, έχοντας άμεσο επακόλουθο την ενδυνάμωση και την επιβολή της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής.

Δυνάμεις επαναστατικές που σοβούσαν από καιρό απελευθερώθηκαν, συμβάλλοντας στην ανατροπή του τσαρικού καθεστώτος το Μάρτιο του 1917. Τα σκήπτρα της διαδοχής όμως δεν θα περιέλθουν στους φιλελεύθερους και μετριοπαθείς σοσιαλιστές αντιπάλους τους, αλλά «στην εξτρεμιστική πτέρυγα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, το κόμμα των μπολσεβίκων με ηγέτη τον Λένιν, που καταλαμβάνει πραξικοπηματικά την εξουσία»[2] προκαλώντας την Οκτωβριανή επανάσταση «ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα στην παγκόσμια ιστορία»[3], μια επανάσταση που μετασχημάτισε έκτοτε, το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι σε πάρα πολλές περιοχές του κόσμου.

Το αστικό φιλελεύθερο σύστημα διακυβέρνησης σείστηκε εκ θεμελίων, καθώς δέχθηκε αμφισβήτηση και σφοδρή επίθεση από τον εθνικοσοσιαλισμό και το φασισμό που κυριάρχησαν ως πολιτικές προτάσεις κατά  τη διάρκεια του Μεσοπολέμου σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Φανατικός αντικομουνισμός και ακραίος εθνικισμός είναι τα δομικά στοιχεία που χτίζουν τις αυταρχικές και αντιφιλελεύθερες δυνάμεις ανατροπής των κοινοβουλευτικών καθεστώτων. Η βίαιη καταστολή και ο μιλιταρισμός αποτελούν τμήμα της σκληροπυρηνικής ιδεολογίας τους ενώ με άλλοθι την ακλόνητη πίστη τους στις παραδοσιακές αξίες της θρησκείας, της έννομης τάξης και της οικογένειας, αποκτούν πολύ σύντομα λαϊκό έρεισμα. Η ιδέα του πειθαρχημένου καθεστώτος που θα πλαισιώνεται από τις υγιείς κοινωνικές ομάδες, σε αντιδιαστολή με την κουρασμένη και εξασθενημένη δημοκρατία, θα καρποφορήσει.

Ακροδεξιά κινήματα υπήρχαν και πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς όμως να απειλούν την εύρυθμη λειτουργία και τον εφησυχασμό της καθεστηκυίας τάξης. Με τη λήξη του πολέμου όμως, ο πολιτικός χάρτης θα μετασχηματιστεί εξαιτίας τους αισθητά. Ο φασισμός στην Ιταλία και ο εθνικοσοσιαλισμός στη Γερμανία, θα κυριαρχήσουν ως τα πλέον ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ευρώπης στη διάρκεια του Μεσοπολέμου συμπαρασύροντας στο διάβα τους και άλλες χώρες.

Ιταλία και Φασισμός

Η περίοδος που ακολούθησε μετά τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο, βρίσκει την Ιταλία σε εμφύλιο σπαραγμό, ακυβερνησία και πλήρη ακαταστασία. Οι συνθήκες με τις οποίες τερματίστηκε ο πόλεμος δεν ικανοποίησαν τον ιταλικό λαό, ο οποίος θεωρούσε ότι είχε άδικα θυσιαστεί. Οι βετεράνοι του πολέμου έμειναν χωρίς εργασία, η σοσιαλιστική δημαγωγία εμαίνετο και οι κυβερνήσεις που διαδέχονταν η μια την άλλη δεν ήταν σε θέση να επιβάλλουν καμία τάξη, να αποκαταστήσουν την έννοια του κράτους και να δώσουν τις απαραίτητες λύσεις στα προβλήματα που είχαν ανακύψει.

Σ΄ αυτήν την κρίσιμη πολιτική καμπή ένας πρώην σοσιαλιστής δημοσιογράφος με έντονο πολιτικό λόγο προέβη στην ίδρυση της 1ης φασιστικής ένωσης, γνωστής με το όνομα «Fascio italiano di combattimento» «ιταλική μαχητική ένωση» ή «ιταλικός μαχητικός σύνδεσμος»[4]. Ήταν 23 Μαρτίου 1919 όταν ο Μπενίτο Μουσολίνι έβαζε στο Μιλάνο τις βάσεις που θα στήριζαν το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας, ιδρύοντας φασιστικές ενώσεις που πολλαπλασιάστηκαν ταχέως. Οι ενώσεις αυτές, διαπνέονταν από πνεύμα πατριωτικό και εθνικιστικό και προσπαθούσαν να αναχαιτίσουν το κύμα των κομμουνιστικών θεωριών το οποίο είχε αρχίσει να εξαπλώνεται σε όλη τη χώρα. Ο Μουσολίνι βοηθούμενος οικονομικώς από τους βιομηχάνους, κατάφερε να παραλύσει την κομμουνιστική δράση καταρχάς, στην κοιλάδα του Πάδου, αργότερα όμως σε όλη την Ιταλία όχι όμως χωρίς σοβαρό κλονισμό της τάξης και καταρράκωσης του γοήτρου του κράτους, καθώς οι φασίστες αντέτασσαν στην τρομοκρατία των κομμουνιστών και των αναρχικών τη δική τους τρομοκρατία.

«Ο φασισμός είχε μια προσωπίδα,

πίσω από την οποία δεν υπήρχε κανένα πρόσωπο»[5]

Οι φασίστες τέθηκαν εξ΄ αρχής εναντίον της δημοκρατίας, θεωρώντας ότι αυτή γεννήθηκε ως αντίδραση κατά της απολυταρχίας και ότι παρήκμασε εξαντλώντας έτσι τον ιστορικό της ρόλο και προορισμό. Έβαλαν  κατά του κοινοβουλευτικού συστήματος θεωρώντας το, βραδυκίνητο και συνεπώς ανίκανο να ανταποκριθεί στις ανάγκες της σύγχρονης εποχής οι οποίες απαιτούσαν ταχεία λήψη αποφάσεων. Ισχυρίζονταν ότι, οι πνευματικές και οικονομικές δυνάμεις του έθνους πρέπει να είναι πλαισιωμένες με το κράτος και συνδεδεμένες με μια αρχή «τα πάντα για το κράτος» «τα πάντα στο κράτος» «τίποτα κατά του κράτους». Απέκρουαν τη θεωρία που αποτελεί τη βάση του λεγόμενου επιστημονικού ή μαρξιστικού σοσιαλισμού, τη θεωρία του ιστορικού υλισμού. Ήταν υπέρ της βασιλείας, θεωρώντας το βασιλιά ότι εκπροσωπεί την ενότητα, τη ζωτικότητα και την αγνότητα του κράτους. Απέκρουαν τον ειρηνισμό και πρέσβευαν ότι μόνο ο πόλεμος εξευμενίζει τους λαούς. Τάσσονταν ενάντια στην ελευθεροτυπία πιστεύοντας ότι ο τύπος  πρέπει να υπάρχει μόνο για να εξυπηρετεί το φασισμό. Με αυστηρή οργάνωση και τρόπο συγκεντρωτικό το φασιστικό κόμμα, είχε οπαδούς που υπόκειντο σε αυστηρή πειθαρχία, ήταν κατανεμημένοι σε ομίλους και ομοσπονδίες και διατελούσαν υπό την εξουσία της διοικήσεως του κόμματος ενώ ο οικονομικός σχεδιασμός ανατίθονταν σε ένα συμβούλιο από 22 σωματεία. Επικράτησε έτσι το λεγόμενο «κορπορατιστικό σύστημα».

Το καθεστώς προκειμένου να επιβάλλει όλες αυτές τις «καινοτομίες» εξαπέλυσε κύμα διώξεων στους αντιφρονούντες, ενώ διεπράχθησαν πολυάριθμες δολοφονίες σε όσους αντιτίθονταν στην πολιτική του.

Μέσα σε δύο χρόνια το «Εθνικό Φασιστικό Κόμμα» του Μουσολίνι απαριθμούσε περίπου 300.000 μέλη. Εκμεταλλευόμενο τις δυνατότητες που προσφέρει η προπαγάνδα και η διαφήμιση και καταλύοντας οριστικά κάθε έννοια δημοκρατίας, το φασιστικό κόμμα κυριάρχησε καθώς το «Συμβούλιο των fasci και των συντεχνιών» αντικατέστησε το 1938 τα μέλη του Κοινοβουλίου αποτελώντας το καλύτερο πρότυπο μίμησης για το Χίτλερ και τους ακολούθους του.

 

Γερμανία και Εθνικοσοσιαλισμός

«Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης παρόλα τα φιλελεύθερα στολίσματα και τις εκλογές, εθεωρείτο σαν επιβεβλημένη από τον εχθρό. Δεν ημπορούσε να κερδίσει την αφοσίωση ή να ικανοποιήσει την φαντασία του γερμανικού λαού. Απελπισμένοι οι Γερμανοί για ένα διάστημα εδοκίμασαν να προσκολληθούν στον ηλικιωμένο στρατάρχη Χίντενμπουργκ.

Από τότε και έπειτα όμως, ισχυρές δυνάμεις περιεπλανώτο χωρίς σκοπό, το βάραθρο έμενε ανοικτό, και ύστερα από λίγο ξεπήδησε από μέσα του ένας μανιακός με μια θηριώδη ιδιοσυγκρασία, πηγή και έκφρασις ιοβόλου μίσους, μίσους τέτοιου, που δεν είχε ποτέ διαβρώσει ανθρώπινα στήθη – ο δεκανεύς Χίτλερ».

Ουίνστον Τσόρτσιλ[6]

Λαβωμένη από τον πόλεμο, όσο καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα η άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία της Γερμανίας, το φθινόπωρο του 1918 αναπολούσε το ένδοξο παρελθόν της. Η κατάρρευση του αυτοκρατορικού Ράιχ καθώς οι βασιλείς και οι πρίγκιπες της δυναστείας των Χοεντσόλερν, θεωρούνταν έκπτωτοι από τους θρόνους τους, αλλά και η επιβεβλημένη ανάγκη να εκπροσωπηθεί η χώρα σε διπλωματικό επίπεδο προκειμένου να υπογραφεί η οδυνηρή για τη Γερμανία ανακωχή, οδήγησαν τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας στην προσπάθεια να στηρίξουν κυβέρνηση συνασπισμού διαφόρων δυνάμεων. Το 1919, η χώρα απέκτησε πολίτευμα αβασίλευτης δημοκρατίας με το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, η οποία έμεινε γνωστή και ως «Δημοκρατία της Βαϊμάρης», μία Δημοκρατία όμως, με σαθρά θεμέλια καθώς μαίνονταν εξεγέρσεις κομμουνιστών, κινήματα στρατιωτικών και εθνικιστών διατάρασσαν την έννομη τάξη και ένας πρωτόγνωρος πληθωρισμός στα χρονικά του διεθνούς καπιταλισμού απειλούσε με καταστροφικές συνέπειες την κοινωνική δομή της χώρας.

Το δημοκρατικό καθεστώς έχοντας διεθνή υποστήριξη, κατόρθωσε να επιβιώσει με σχετική σταθερότητα κατά την περίοδο 1924-1929. Η οικονομική κρίση και το κραχ του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης που σύντομα πήρε διεθνείς προεκτάσεις θα έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάσει σημαντικά και την οικονομία της Γερμανίας, η οποία ας σημειωθεί ότι γνώρισε οικονομική κατάρρευση πολύ μεγαλύτερη από κάθε άλλη χώρα. Η κρίση είχε άμεσες πολιτικές επιπτώσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της δύναμης των εξτρεμιστιστικών κομμάτων τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς. «Η κρίση ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για την άνοδο των Ναζιστών στη Γερμανία»[7].

«Ο εθνικισμός και ο σοσιαλισμός, αυτά τα μέχρι τώρα αντίθετα συστήματα, πρέπει  να ενωθούν σε ένα νέο κόμμα, για την κατάκτηση των μαζών και την οικοδόμηση της μεγάλης Γερμανίας».

ΧΙΤΛΕΡ

Έχοντας ως δόγμα του την ένωση των αντιθέτων συστημάτων ο άλλοτε άσημος και ταπεινής αυστριακής καταγωγής δεκανέας του βαυαρικού συντάγματος, Αδόλφος Χίτλερ, υπήρξε ένας από τους συνιδρυτές και ηγέτες του μικρού Εθνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος των Γερμανών Εργατών που ενώ το 1919 βρισκόταν στα σπάργανα, μέσα σε λιγότερο από δυο δεκαετίες, κατόρθωσε να πολλαπλασιάσει τη δύναμή του και να αναρριχηθεί στην εξουσία μόλις το 1933. «Αναμφισβήτητα το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα του Χίτλερ βάσισε τη ρητορική του στο πληγωμένο γόητρο των Γερμανών, οι οποίοι έβλεπαν τη Γερμανία να βρίσκεται στο έλεος των εχθρών της, με τη συγκατάθεση του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου της»[8]. Με σταθερό πυρήνα οπαδών και επίλεκτους ένστολους πολιτοφύλακες, το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα θα προβεί σε προπηλακισμούς, δολοφονίες και εξόντωση πολιτικών αντιπάλων, κομμουνιστών και σοσιαλιστών.

Πολύ σύντομα θα μετατραπεί σε μαζικό κόμμα με πλατειά απήχηση στις χαμηλές κοινωνικές τάξεις μετά και την οικονομική κρίση που θα ταλανίσει τη γερμανική κοινωνία λόγω της εξαθλίωσης που θα επιφέρει στους αγρότες, τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους, τους φοιτητές που βλέπουν το μέλλον τους με τις πιο δυσοίωνες προβλέψεις. Από τη διαμορφωθείσα κατάσταση, ευνοήθηκαν και τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος, οι ναζιστές ευρισκόμενοι στο δεξιό και οι κομμουνιστές στο αριστερό. Η επικράτηση του εθνικοσοσιαλισμού και η υπεροχή του, επιτεύχθηκε και χάρη στην άνοδο των ποσοστών της Αριστεράς. Ο φόβος για επικράτηση της κομμουνιστικής επανάστασης, έδωσε το τελικό προβάδισμα στους ναζιστές.

Με δημαγωγική τακτική αλλά και πολύ έξυπνα προπαγανδιστικά μηνύματα που υποσχόταν ανατροπή των περιοριστικών δεδομένων που είχαν επιβληθεί στη Γερμανία, επέκτασή της στα εδάφη των όμορων σλαβικών κρατών, εκδίωξη των Εβραίων που είχε ως αποτέλεσμα την ακραία αντισημιτική πολιτική που ακολουθήθηκε, οικονομική ανόρθωση, κοινωνική εξασφάλιση και εργασιακή ειρήνη και έχοντας το χάρισμα της ρητορείας  ο Αδόλφος Χίτλερ κατάφερε να αποσπάσει το 36% των ψήφων στις εκλογές του 1932, αποκτώντας τον Ιανουάριο του 1933 το χρίσμα του καγκελάριου της Γερμανίας.

«Οι στόχοι του Χίτλερ όταν κατέλαβε την εξουσία ήταν πολύ καθαρότεροι από του Μουσολίνι. Το μονοκομματικό κράτος και η πολιτική δικτατορία επετεύχθησαν μέσα σε πεντέμισι μήνες αντί για τρία χρόνια. Το νέο καθεστώς μερικές φορές αποκαλούνταν «ολικό κράτος» και «κράτος του Fuhrer» αλλά ο προερχόμενος από την Ιταλία όρος «ολοκληρωτικό σπάνια χρησιμοποιούνταν»[9].

Το αποκρουστικό πρόσωπο και οι θηριωδίες του ναζισμού σύντομα ξεσκεπάστηκαν. Κανένα πολιτικό κόμμα, πλην του εθνικοσοσιαλιστικού δεν είχε λόγο ύπαρξης. Τα συνδικάτα καταργήθηκαν και έγινε κατάσχεση των οικονομικών τους πόρων, όλοι τέθηκαν κάτω από το μηχανισμό της μυστικής αστυνομίας «Γκεστάπο», ενώ εξαπολύθηκε απηνής διωγμός εναντίον των Εβραίων, των κομμουνιστών, των τσιγγάνων, των διανοούμενων που δεν είχαν ενταχθεί τους κόλπους του εθνικοσοσιαλισμού και των ομοφυλοφίλων. Η «Αρία φυλή» έπρεπε πάση θυσία να επικρατήσει. Τα τάγματα των πολιτοφυλάκων (SS) διέπρεπαν. Εφαρμόστηκαν μέθοδοι και τακτικές που η ανθρωπότητα ποτέ μέχρι τότε δεν είχε την «τύχη!» να γνωρίσει. Στρατόπεδα συγκέντρωσης και κρεματόρια, στήθηκε «ολόκληρη βιομηχανία θανάτου», βασανισμοί, κύμα μαζικών εκκαθαρίσεων, αυστηρή λογοκρισία. Υπό την έμπνευση του Χίτλερ ο «θάνατος έγινε ένας τρόπος ζωής».[10]

Παρόλα αυτά το καθεστώς είχε τεράστια απήχηση με μεγάλη λαϊκή αποδοχή. Ο Χίτλερ, σύντομα κέρδισε τη συμπάθεια και την αγάπη του λαού του. Χάρη στα φιλολαϊκά μέτρα που εφήρμοσε, στα δημόσια έργα που συνετελέσθησαν, στην αναβάθμιση του στρατού και του εξοπλισμού του, στο ευρύ κοινωνικό πρόγραμμα που εφάρμοσε και που προέβλεπε διακοπές των εργαζομένων, αθλητικές εγκαταστάσεις, δυνατότητα αγοράς φτηνού αυτοκινήτου, αλλά και πολλά άλλα οφέλη, λατρευόταν ως μεγάλος ηγέτης. Η προσωπολατρία ποτέ δεν έφτασε σε τέτοια φρενίτιδα.

«Ο Χίτλερ δεν είναι πια ο παλιός δημαγωγός που ξέραμε, αλλά ο άνθρωπος στον οποίο η Θεία Πρόνοια έχει αναθέσει τον εξαγνισμό και την αναζωογόνηση της Γερμανίας. Είναι τώρα πια δημαγωγός με την αρχαία έννοια της λέξης. Δανείζει τη φωνή του στο πλήθος»[11].

Σε λόγο του το 1933, ο διαπρύσιος κήρυκας του εθνικοσοσιαλισμού, ανέφερε: «Με κατηγορούν συνεχώς ότι θέλω τον πόλεμο. Είμαι τρελός; Ο πόλεμος; Μα δεν θα μπορούσε να διορθώσει τίποτα. Θα μπορούσε μόνο να επιδεινώσει την παγκόσμια κατάσταση. Θα σήμανε το τέλος των φυλών μας που είναι οι φυλές των εκλεκτών και κατά τους επερχόμενους χρόνους θα βλέπαμε την Ασία να εγκαθίσταται στην ευρωπαϊκή ήπειρο και τον μπολσεβικισμό να θριαμβεύει».

Είναι οι τελευταίες μέρες του Αυγούστου του 1939. Από τα Καρπάθια ως τη Βαλτική, η νύχτα είναι ψυχρή και ξάστερη. Οι μετεωρολογικές προβλέψεις είναι εξαίρετες. Η καταχνιά που σχηματίζεται στα χαμηλά, θα διαλυθεί με την ανατολή του ηλίου. Η ημέρα που θα ξημερώσει θα είναι γαλήνια, ηλιόλουστη, εξαιρετικά ευνοϊκή για την αεροπορία…

Είναι η μέρα που η ιστορία θα καταγράψει τις πιο συνταρακτικές στιγμές που θα ζήσει για 6 ολόκληρα χρόνια ο αιμόφυρτος πλανήτης ΓΗ.

Η αντίστροφη μέτρηση για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει αρχίσει.

 

Φασισμός και υπόλοιπη Ευρώπη

Το πόσο εύκολα ο ιταλικός φασισμός και λίγο μετά, ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός, κατάφεραν να αποτελέσουν πρότυπα μίμησης για διάφορα κόμματα και κινήματα που εκδηλώθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη, μπορούμε να το διαπιστώσουμε, αρκεί να ανατρέξουμε στον πολιτικό χάρτη των χωρών που μυήθηκαν και εφάρμοσαν αυταρχικά καθεστώτα. Χώρες της Ανατολικής, Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης που αντιμετώπιζαν τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τα οποία συνέβαλαν στην αποσταθεροποίηση των πολιτικών τους δομών, αλλά και χώρες που τις χαρακτήριζε η έλλειψη των φιλελεύθερων παραδόσεων και των ισχυρών δημοκρατικών θεσμών, υπέκυψαν στη λύση του αυταρχισμού και στην επιβολή δικτατορικών καθεστώτων. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις χώρες της Βαλτικής, Λιθουανία, Εσθονία, Λετονία, την Πολωνία και την Ουγγαρία, την Αυστρία και την Γιουγκοσλαβία, την Αλβανία και τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα και ασφαλώς την Πορτογαλία και την Ισπανία.

Πολωνία

Αξίζει να σταθούμε σε κάποιες χώρες που παρουσίασαν ιδιαιτερότητες όπως για παράδειγμα η Πολωνία της οποία επιβλήθηκε αυταρχικό καθεστώς από τον αρχηγό του πολωνικού στρατού Pilsudski, ο οποίος οργάνωσε πραξικόπημα το 1926 έχοντας αρχικά την υποστήριξη της αριστεράς. Γρήγορα όμως την απαρνήθηκε προσδίδοντας στο καθεστώς του στρατιωτικό και δικτατορικό χαρακτήρα.

Βαλκανικές Χώρες

Στις χώρες της Βαλκανικής Χερσονήσου, τα αυταρχικά καθεστώτα επιβλήθηκαν με την υποστήριξη των μοναρχών τους. Έτσι, έχουμε την περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, μιας χώρας  που υπέφερε από εσωτερικές ανακατατάξεις και διαδοχικούς σχηματισμούς  κυβερνήσεων συνασπισμών. Αυτή η πολιτική ανωμαλία οδήγησε τον Ιανουάριο του 1929 τον βασιλιά της Αλέξανδρο να καταλύσει τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και να διορίσει στρατιωτική κυβέρνηση υπό τον Ζίφκοβιτς. Το νέο καθεστώς προχώρησε σε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, που κατοχύρωναν τις υπερεξουσίες του θρόνου.

Η Βουλγαρία, γνώρισε πολύ καλά το πρόσωπο του δικτατορικού καθεστώτος με το βασιλιά Μπόρις Γ΄ ο οποίος συγκεντρώνοντας όλες τις εξουσίες στα χέρια του επέβαλε καθεστώς συγκαλυμμένης προσωπικής δικτατορίας από το 1934-1943, έχοντας την υποστήριξη του στρατηγού Γκεοργκίεφ. Επί των ημερών του, φασιστικοποιήθηκαν οι κρατικές δομές και η χώρα προσέγγιζε τη ναζιστική Γερμανία. Κατά την ίδια περίοδο, οι καταδιωκόμενοι Βούλγαροι κομμουνιστές ενέτειναν τις προσπάθειές τους για τη συγκρότηση αντιφασιστικού μετώπου.

Την υποστήριξη των ανακτόρων είχε και ο Ιωάννης Μεταξάς που το 1936 επέβαλε δικτατορικό καθεστώς στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 1936 μετά και την αποτυχία των δύο κυριότερων κομμάτων να φτάσουν σε συμφωνία διακυβέρνησης, ο βασιλιάς Γεώργιος διόρισε μια κυβέρνηση για την επίβλεψη της τρέχουσας κατάστασης, υπό την ηγεσία του δεξιού εθνικιστή στρατηγού Ιωάννη Μεταξά, του οποίου το κόμμα τρεις μήνες πριν, στην εκλογική αναμέτρηση πήρε μόνο το 4% των ψήφων. Η ενδυνάμωση του στρατού και η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού αστυνομικού ελέγχου, θεωρήθηκαν σημαντικές επιτυχίες του έργου του ως στρατιωτικού και πολιτικού εθνικιστή ηγέτη.

Στη Ρουμανία, ο βασιλιάς Κάρολος Β΄ καθώς στις βουλευτικές εκλογές του 1937, κανένα κόμμα δεν πήρε την πλειοψηφία, βρήκε την ευκαιρία να ορίσει κυβέρνηση υπό τον Οκταβιάν Γκόγκα, ηγέτη του μικρού Εθνικού Χριστιανικού Κόμματος, και ύστερα από λίγους μήνες, μόλις το Φεβρουάριο του 1938, διαλύοντας όλα τα κόμματα επέβαλλε μονοκρατορικό καθεστώς. Η βασιλική δικτατορία που κράτησε από το 1938-1940, «νομιμοποιήθηκε» με τη θέσπιση ενός νέου Συντάγματος, που πρόσφερε σχεδόν απεριόριστες δυνάμεις στο βασιλιά.

Αυστρία

Ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τα καθεστώτα εκείνα που επιβλήθηκαν σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης αλλά και της Ιβηρικής Χερσονήσου, κυρίως γιατί επρόκειτο για καθεστώτα που ήταν απολύτως συνυφασμένα με τις αρχές του έθνους, του καθολικισμού και του θεσμού της οικογένειας. Σε ότι αφορά στην περίπτωση της Αυστρίας, έχουμε ένα κράτος που βγήκε από τη διάλυση μιας μεγάλης αυτοκρατορίας, της Αυστροουγγαρίας, κράτος ισχνό και με πολλά προβλήματα καθώς υπήρχε βίαιη αντιπαράθεση μεταξύ σοσιαλδημοκρατών και χριστιανοκοινωνιστών που οι μεν πρώτοι κυριαρχούσαν στην ύπαιθρο, ενώ οι δεύτεροι έλεγχαν τα μεγάλα βιομηχανικά και αστικά κέντρα. Ο Αυστριακός πρωθυπουργός και οπαδός του αυστροφασισμού που θαύμαζε το Μουσολίνι, Ντόλφους, διέλυσε το Κοινοβούλιο, διατάσσοντας τη διάλυση των πολιτοφυλακών της σοσιαλδημοκρατίας. Ο Ντόλφους υιοθέτησε και προσπάθησε να εφαρμόσει το φασιστικό πρότυπο οργάνωσης του κράτους στη βάση των επαγγελματικών συντεχνιών. Οι ναζιστές όμως δεν είχαν καμία διάθεση να συνορεύουν με ένα κράτος που είχε υιοθετήσει τις προδιαγραφές του ιταλικού φασισμού και έτσι προέβησαν στη δολοφονία του Ντόλφους. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Γερμανικό Ράιχ το 1938, θα σημάνει και την ολοκληρωτική επιβολή του ναζιστικού καθεστώτος στην Αυστρία.

Ουγγαρία

«Από όλα τα κράτη της Ευρώπης του Μεσοπολέμου, η Ουγγαρία πιθανόν πήρε το βραβείο για τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν ποικιλία ριζοσπαστικών κινημάτων φασιστικού, ημιφασιστικού ή δεξιού τύπου»[12].

Ο πολιτικός χάρτης της Ουγγαρίας, στην περίοδο του Μεσοπολέμου, παρουσιάζει ιστορικό ενδιαφέρον, εξαιτίας των κορυφαίων γεγονότων που διαδραματίζονται αυτή τη χρονική στιγμή. Έτσι έχουμε τις δύο αποτυχημένες προσπάθειες του πρώην βασιλιά της Καρόλου Δ΄ να αναλάβει το θρόνο, με αποτέλεσμα να ανέλθει στο πρωθυπουργικό αξίωμα ο συντηρητικός Ιστβάν Μπέτλεν, ο οποίος θα παραμείνει στην εξουσία για μια δεκαετία, ολισθαίνοντας σε αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης, παρόλη τη λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών.

Την πτώση του Μπέτλεν από το πρωθυπουργικό θώκο, την αντιμετώπισε ο Καρόλυι για μικρό χρονικό διάστημα και κατόπιν ο στρατηγός φον Γκόμπιες, κατά τη διάρκεια του οποίου αναπτύχθηκαν θερμότατες σχέσεις με το ναζιστικό καθεστώς. Η Ουγγαρία μετά το 1938, ταυτίστηκε με την αξονική συμμαχία και συμμερίστηκε την πορεία της προς τον πόλεμο.

Πορτογαλία

Η Πορτογαλία, υπέκυψε στη στρατιωτική δικτατορία, περνώντας δια πυρός και σιδήρου αφού μέσα σε 16 χρόνια έζησε εξεγέρσεις, αλλαγή κυβερνήσεων (τουλάχιστον 44 κυβερνήσεις) και τουλάχιστον 3 δικτατορίες, που όμως τερματίστηκαν με την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας από τον στρατηγό Καρμόνα. Το πιο αντιφιλελεύθερο καθεστώς της Ευρώπης για δεκαετίες είχε η Πορτογαλία καθώς στο αξίωμα του προέδρου ήταν τυπικά ο Καρμόνα, ενώ την πραγματική εξουσία άσκησε για 34 χρόνια ο Ολιβέιρα Σαλαζάρ που έθεσε τις βάσεις ενός αυταρχικού «Νέου Κράτους», όπου το καθεστώς έλεγχε τη Βουλή, ενώ είχε διαλύσει τα κόμματα και τα συνδικάτα.

Ισπανία

Ο Φασισμός στην Ισπανία εναλλάσσονταν με τη Δημοκρατία μέσα από ένα ταραχώδη πολιτικό βίο. Τα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας, στάθηκαν ικανά ώστε να γκρεμίσουν το δημοκρατικό πολίτευμα την περίφημη Πρώτη Ισπανική Δημοκρατία που γνώρισε καλές στιγμές από το 1876-1923. Τη χρονιά εκείνη ο στρατηγός Πρίμο ντε Ριβέρα με την έγκριση του Ισπανού βασιλιά Αλφόνσου Γ΄ επέβαλε δικτατορία η οποία μαζί με τη μοναρχία κατέρρευσε το 1930. Ακολούθησαν οι κυβερνήσεις της Δεύτερης Δημοκρατίας,  οι οποίες επιδόθηκαν σε μεταρρυθμιστικό έργο, που όμως δοκιμάστηκε εξαιτίας των έντονων συγκρούσεων και διαφωνιών μεταξύ των δημοκρατικών και συντηρητικών. Στην εκλογική αναμέτρηση του 1936, δύο μεγάλοι συνασπισμοί, το Λαϊκό Μέτωπο της Αριστεράς που αποτελούνταν από φιλελεύθερους, κομμουνιστές, σοσιαλιστές και ρεπουμπλικάνους, ήρθε σε βίαιη σύγκρουση και αντιπαράθεση με το Εθνικό Μέτωπο που το συγκροτούσαν εθνικιστές, συντηρητικοί, μοναρχικοί και ασφαλώς ο καθολικός κλήρος. Με την ισχύ των 4,2 εκ. ψήφων, οι Δημοκρατικοί υπερίσχυσαν έναντι των 3,8 εκ. ψήφων του Εθνικού Μετώπου, δημιουργώντας όμως μια τεταμένη κατάσταση με δολοφονίες και βίαια επεισόδια.

Τη λύση θα δώσει τελικά ο Φράνκο, στρατηγός και διοικητής των ισπανικών δυνάμεων, έδρα των οποίων υπήρξε το Μαρόκο, ο οποίος κήρυξε τον πόλεμο στην κυβέρνηση της Μαδρίτης. Το 1939 ο Φρανσίσκο Φράνκο πήρε την εξουσία στα χέρια του και κυβέρνησε με σιδερένια πυγμή μέχρι το 1975, τερματίζοντας κατά κάποιο τρόπο τον Εμφύλιο Πόλεμο της Ισπανίας, αλλά εγκαινιάζοντας μια νέα μορφή τρομοκρατίας κατά την οποία εκτελέστηκαν 250.000 αντιφασίστες, ενώ ακολούθησε μαζική φυγή χιλιάδων δημοκρατικών προς τη Γαλλία, τη Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και τις δημοκρατικές χώρες της Λατινικής Αμερικής προπάντων προς το φιλόξενο Μεξικό. Η έξοδος αυτή αποστέρησε την Ισπανία από το σύνολο σχεδόν του πνευματικού και επιστημονικού της δυναμικού, αλλά και από μεγάλους αριθμούς τεχνιτών, εξειδικευμένων εργατών και αγροτών που ήταν απαραίτητοι για την ανόρθωση μιας σχεδόν κατεστραμμένης οικονομίας.[13]

Η μεγάλη επιτυχία των φασιστών στην Ισπανία,  ισχυροποίησε τη δύναμη του φασισμού στην Ευρώπη αποθρασύνοντας εντελώς τους δύο μεγάλους δικτάτορες Χίτλερ και Μουσολίνι που προετοίμαζαν με μεθοδικότητα τα σχέδιά τους για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Χώρες της Βαλτικής

Αυταρχικές κυβερνήσεις συναντάμε και στις χώρες της Βαλτικής.  Στη Λιθουανία ήδη στα τέλη του 1926 εγκαθιδρύεται μετριοπαθής αυταρχική κυβέρνηση μετά από στρατιωτικό πραξικόπημα. Ο πρόεδρος Σμέτονα υπήρξε ο ισχυρός άνδρας και επανεκλέχτηκε στο ύπατο αξίωμα του κράτους το 1931. Η εξωτερική πολιτική της Λιθουανίας πολλές φορές χαρακτηρίσθηκε από ασυνέπεια και επικρίθηκε για υποχωρητικότητα προς τη Χιτλερική Γερμανία και την ΕΣΣΔ.

Η Εσθονία κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, δοκιμάστηκε και εκείνη από πολιτική αστάθεια, μεγάλη οικονομική κρίση και προπαντός εκδηλώσεις κυβερνητικού αυταρχισμού οι οποίες επικαλύπτονταν με τη διατήρηση κάποιων κοινοβουλευτικών και συνταγματικών τύπων[14].

Τέλος η Λετονία, δοκιμάστηκε από αλλεπάλληλες κυβερνητικές κρίσεις και επιδείξεις αυταρχισμού, που μαρτυρούσαν την έλλειψη κοινοβουλευτικών παραδόσεων στη χώρα. Οι Λετονικές κυβερνήσεις προκειμένου να εξυπηρετούν κάθε φορά βραχυπρόθεσμους στόχους προσέγγιζαν τα δυο αντίπαλα στρατόπεδα. Χαρακτηριστικό δείγμα της καιροσκοπικής τους διάθεσης είναι η υπογραφή του ρωσολετονικού συμφώνου φιλίας το 1927 καθώς και η προσέγγιση φιλίας με τους Γερμανούς το 1938, η οποία υπήρξε άτυπη αλλά σαφής.

 

 

«Καμία από τις βόρειες δημοκρατίες,………δεν αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα εθνικισμού, εθνότητας ή διεθνούς status. Όλες,…………..ευημερούσαν, ήταν οικονομικά ανεπτυγμένες και σχετικά ισορροπημένες κοινωνικά, με μορφωμένους πολίτες και σύγχρονη πολιτική κουλτούρα, καθώς επίσης και με κοινοβουλευτικές συνταγματικές παραδόσεις. Δεν υπήρχε ούτε ο χώρος ούτε η «ανάγκη» για τον επαναστατικό εθνικισμό» [15].

 

Διερευνώντας τους λόγους για τους οποίους, σε κάποιες χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης δεν επιβλήθηκε αλλά και δεν επικράτησε ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός, μολονότι υπήρξαν μορφώματα φασιστικού ή ακροδεξιού τύπου, θα διαπιστώσουμε ότι για ξεχωριστούς λόγους η κάθε μία από αυτές τις χώρες, δεν επέτρεψαν να αναπτυχθούν φασιστικά κινήματα, αλλά όλες έχοντας έναν κοινό παρονομαστή. Η Γαλλία, η Βρετανία, οι Σκανδιναβικές χώρες βίωναν  φιλελεύθερη δημοκρατία η οποία μάλιστα διέθετε βαθιές ρίζες,  ενώ δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα απογοητευμένου εθνικισμού που χαρακτήριζε αντιθέτως άλλες χώρες. Απολάμβαναν υψηλά επίπεδα διαβίωσης, ευρεία διάχυση της ιδιοκτησίας και μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια. Με μοναδική εξαίρεση την Ολλανδία, κανένα τυπικά φασιστικό κίνημα δεν μπόρεσε να κερδίσει περισσότερο από το 2% των ψήφων σε γενικές εκλογές σε οποιαδήποτε από τις σταθερές δημοκρατίες της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης.

Γαλλία

Η Γαλλία π.χ. κατάφερε να μείνει αμέτοχη απ΄ αυτό που ονομάζουμε «φασιστικό πειρασμό» καθώς υπήρξε ένα από τα παλαιότερα και πιο πετυχημένα εθνικά κράτη της Ευρώπης, ήταν ταυτόχρονα μια χώρα που ευημερούσε, είχε ισχυρές κοινωνικές δομές, ενώ αποτελούσε τη μια από τις δύο ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον κόσμο. Η ανάγκη για έναν καινούργιο επαναστατικό εθνικισμό ήταν πολύ μικρή, σχεδόν υποτυπώδης.

Ας μην ξεχνούμε, ότι η μεγάλη οικονομική κρίση του 1929, έστρεψε στην εσωτερική πολιτική της Γαλλίας, το εκλογικό σώμα στα αριστερά. Στις εκλογές του 1932 η κεντροαριστερά παράταξη δηλ. Ριζοσπάστες και Σοσιαλιστές είχαν το προβάδισμα. Στις 12 Φεβρουαρίου 1934 προαναγγέλλεται από την αριστερά η ίδρυση του «Λαϊκού Μετώπου» το οποίο συγκροτείται από κομμουνιστές, σοσιαλιστές και ριζοσπάστες, οι οποίοι στις εκλογές του Μαΐου του 1936 κερδίζουν  την πλειοψηφία. Η αριστερά λοιπόν διαπιστώνουμε ότι έχει πολύ γερό έρεισμα και ως εκ τούτου είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανατραπεί η πορεία της.

«Η αστική τάξη της Γαλλίας, τις παραμονές της νέας παγκόσμιας αναμέτρησης, δεν επιθυμούσε πόλεμο σε καμία περίπτωση και δεν φοβόταν τον Χίτλερ, επειδή όλη της την ικανότητα για φόβο την είχε μονοπωλήσει το Λαϊκό Μέτωπο και κυρίως ο κομμουνισμός» έλεγε το 1941 ο Μπλουμ[16].

Ωστόσο στους κόλπους της αναπτύχθηκαν αρκετές ομάδες, οι οποίες είχαν προπολεμική υπόσταση και βάση αυταρχική και εθνικιστική επί το πλείστον. Ας θυμηθούμε την «Ένωση Πατριωτών», την «Αντισημιτική Ένωση της Γαλλίας», καθώς και την «Action Francaise», οι οποίες είχαν σχηματισθεί όλες στα τέλη του 19ου αι. Μια πρώτη προσπάθεια μίμησης του φασισμού επιχειρήθηκε με τη «Le Faisceau» από το Ζορζ Βαλουά το 1925, αλλά πολύ σύντομα διαλύθηκε.  Ο προσανατολισμός αυτών των κινημάτων ήταν δεξιός και αντιδραστικός. Οι ενώσεις αυτές παρόλο που ήταν φιλικά διακείμενες προς το φασισμό δεν ανήκαν ιδεολογικά στην κατηγορία των φασιστικών ομάδων. Η ιδεολογία τους κυμαίνονταν από τον μετριοπαθή αυταρχισμό, στην ακραία Ριζοσπαστική Δεξιά[17]. Η Γαλλία παρέμεινε σταθερή, σχετικά ευημερούσα και δημοκρατική και οι μικρές κρίσεις που αντιμετώπισε στη μεσοπολεμική περίοδο αποδείχθηκαν μέτριες σε σύγκριση μ΄ αυτές των άλλων χωρών. Δεν υπήρχε χώρος για το φασισμό. Οι Γάλλοι κομμουνιστές αλλά και τα μέλη του PPF διακήρυτταν, την αφοσίωση τους στο δημοκρατικό σύνταγμα.

Οι φασιστικές κινήσεις στη Γαλλία παρέμειναν στο χώρο της ιντελιγκέντσιας, εκεί όπου είχαν εγκαινιαστεί 2 γενιές νωρίτερα –τους διανοούμενους και τους ασχολούμενους με το γράψιμο- αφού η όποια δύναμη είχε ο φασισμός στη Γαλλία στη δεκαετία του ΄30 οφείλονταν πάνω απ΄ όλα στους συγγραφείς της.

Βρετανία

Με μοναδική ίσως εξαίρεση, τη «Βρετανική Ένωση Φασιστών»  η οποία όφειλε τη δημιουργία της στον Όσβαλντ Μόσλεϊ, πρώην μέλος του Εργατικού Κόμματος, η Βρετανία δεν έχει να επιδείξει κάποιο άξιου λόγου φασιστικό μέτωπο. Η Ένωση στην ουσία ήταν ένα κίνημα που προπαγάνδιζε υπέρ της ειρήνης και της ευημερίας, διέθετε ανεπτυγμένο πρόγραμμα και οικονομικές προτάσεις ενώ πολύ σύντομα πέρασε στον αντισημιτισμό και στον ακραίο εθνικισμό. Το κόμμα έφθασε να έχει 50.000 καταγεγραμμένα μέλη, ο αριθμός όμως σύντομα κατρακύλησε στους 2.500, αλλά λίγο πριν το 1939 καταμετρούσε πάλι 25.000 μέλη. Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το κόμμα διαλύθηκε ενώ ο Μόσλεϊ παρέμεινε φυλακισμένος κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του πολέμου.

Ιρλανδία

Στην νεοσυσταθείσα Ιρλανδία δεν υπήρχε αληθινά φασιστικό κίνημα. Προσπάθεια έγινε από μια ομάδα που ονομάζονταν Κυανοχίτωνες,  υπό την ηγεσία του Ίοϊν Ο΄ Ντάφι, και υποστηρίζονταν από μεσοαστούς αγρότες και καταστηματάρχες. Με την απόσυρση από την πολιτική ζωή του Ο΄ Ντάφι οι Κυανοχίτωνες διαλύθηκαν.

Σκανδιναβικές χώρες

Σε ότι αφορά στις Σκανδιναβικές χώρες εμφανίστηκαν ομάδες που είχαν εθνικοσιαλιστικό και δεξιό προφίλ με πολύ μικρά ποσοστά και χωρίς να απειλούν την εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Στη Σουηδία μετά τον τερματισμό του πολέμου, εκδηλώθηκαν αρκετές κοινωνικές και πολιτικές ταραχές (1918-1920) και την ίδια εποχή, έγιναν νέες φιλελεύθερες πολιτικές μεταρρυθμίσεις, με τις οποίες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου και οι γυναίκες. Κατά τη δεκαετία του 1920, κυριάρχησε στο πολιτικό προσκήνιο το Κόμμα των Φιλελευθέρων, το οποίο συνέβαλλε στην παραπέρα οικονομική ανάπτυξη της χώρας, δέχτηκε όμως το τεράστιο πολιτικό κόστος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929-1930 και αντιμετώπισε με σπασμωδικό τρόπο τις λαϊκές διαμαρτυρίες και τις εργατικές διεκδικήσεις. Από το 1932, πρωταγωνιστική πολιτική δύναμη της χώρας αναδείχτηκε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα με ηγετικό στέλεχος τον Πέτερ Χάνσον.

Κατά τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1930, οι Σοσιαλδημοκράτες αναχαίτισαν εντελώς την οικονομική κρίση και προχώρησαν σε αρκετές ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, με τις οποίες βελτιώθηκε το επίπεδο ζωής των λαϊκών τάξεων. Στις εκλογές του 1936, ο εκλογικός συνασπισμός που συνετελέσθει μεταξύ Σουηδικού Εθνικοσιαλιστικού Κόμματος και Εθνικοσοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος απέδωσε το 0,7% των ψήφων.

Δανία

Σε ότι αφορά στη Δανία, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου κυβερνήθηκε κυρίως από το μάλλον συντηρητικό κόμμα των Φιλελεύθερων Δημοκρατικών, ενώ Σοσιαλδημοκράτες και Ριζοσπαστικοί παρέμειναν στην εξουσία από το 1929 μέχρι την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επί των ημερών του κυβερνητικού συνασπισμού των σοσιαλδημοκρατών και ριζοσπαστών αντιμετωπίστηκαν οι συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, θεσμοθετήθηκαν κοινωνικοοικονομικές μεταρρυθμίσεις και ακολουθήθηκε γενικά εξωτερική πολιτική ουδετερότητας.

Το «Δανικό Εθνικοσοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα» που ακολούθησε το ναζιστικό πρότυπο απαριθμούσε περί τα 4.800 μέλη κερδίζοντας το 1,8% των ψήφων στις εκλογές του 1939.

Νορβηγία

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η νορβηγική κομμουνιστική Αριστερά, που οργανώθηκε σε ιδιαίτερο κόμμα το 1921, δεν διεκδίκησε ποτέ επαναστατικά την εξουσία και δεν αποτέλεσε ποτέ πραγματική απειλή για το αστικά συγκροτημένο κράτος, παρά το μεγάλο αριθμό εργαζομένων που συσπείρωσε στις γραμμές της. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, η νορβηγική οικονομία πέρασε δύο μεγάλες κρίσεις, την πρώτη το 1921-22, και τη δεύτερη μετά το «κραχ» του 1929 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι κρίσεις αυτές δημιούργησαν αρκετές εσωτερικές αναστατώσεις και τελικά αντιμετωπίστηκαν, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει η χώρα σε εξαρτησιακές σχέσεις από τους ξένους οικονομικούς κύκλους. Η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά μετά το σχηματισμό κυβέρνησης του Εργατικού Κόμματος υπό τον Γκούσταφ Νυγκάαρντσβολντ (1935), που προώθησε τολμηρά μέτρα κοινωνικής φιλολαϊκής πολιτικής και αντιπαρατάχθηκε στην πολιτική των ακροδεξιών κύκλων και ιδίως στο κόμμα της Εθνικής Ενότητας του Βίντκουν Κουίνσλινγκ, που ιδρύθηκε το 1933 και είχε σαφή φιλοχιτλερικό προσανατολισμό. Το κόμμα της Εθνικής Ενότητας κατάφερε να ξεπεράσει το φράγμα του 2% παίρνοντας ποσοστό 2,2% στις εκλογές του 1933, έχοντας όμως πτώση μόλις το 1936 1,84%. Το κόμμα πολύ γρήγορα θα φθαρεί.

Τσεχοσλοβακία

Ανατολικά της Γερμανίας ίσως η μόνη χώρα που είχε εκλεγμένο δημοκρατικό πολίτευμα ήταν η Τσεχοσλοβακία. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα στις εκλογές του 1929 ήρθε πρώτο σε ψήφους και στις τσεχικές και στις γερμανικές περιφέρειες. Διασπάστηκε όμως με τη δημιουργία του κομμουνιστικού κόμματος και έτσι την πρώτη θέση στις επόμενες εκλογές του 1925, 1929, 1935 κατέλαβε το Αγροτικό Κόμμα που έδωσε και τους περισσότερους πρωθυπουργούς. Γεγονός είναι ότι τη δεκαετία 1929-1930 η Τσεχοσλοβακία ήταν ένα ακμαίο δημοκρατικό κράτος με ανθούσα βιομηχανική και αγροτική παραγωγή και υποδειγματική νομισματική ισορροπία. Αυτή η οικονομική ευμάρεια σε συνδυασμό με τα φιλολαϊκά μέτρα είχε αμβλύνει τις εθνικές αντιθέσεις που στην ουσία αποτελούσαν το μεγαλύτερο κίνδυνο για τη διατήρηση της υπόστασης του κράτους. Δύο ανοιχτά ναζιστικά κόμματα ωστόσο, η «Εθνική Φασιστική Ένωση» και το «Τσεχικό Εθνικό Στρατόπεδο» έκαναν την εμφάνισή τους τη δεκαετία αυτή, χωρίς όμως να θεωρηθούν απειλή για την εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οπωσδήποτε το τμήμα του πληθυσμού που ήταν επιρρεπές στο φασισμό ήταν εκείνο το τμήμα που ανήκε στη γερμανική μειονότητα της Τσεχοσλοβακίας. Μεγαλύτερη απειλή για τη χώρα αποτέλεσε το Γερμανικό Κόμμα του Νότου με ηγέτη τον Κόνραντ Χενλάιν, το οποίο στις εκλογές του 1935, πήρε το 60% των ψήφων με αποτέλεσμα να κερδίσει 44 έδρες από τις 66 των γερμανικών εδρών στο τριακοσίων μελών Τσεχικό Κοινοβούλιο.

Ελβετία

Η Ελβετία κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, διατήρησε φιλειρηνική στάση. Οπωσδήποτε δεν γνώρισε με την ίδια ένταση τις συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που είχε επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις οικονομίες των άλλων Ευρωπαϊκών κρατών με τις συνακόλουθες κοινωνικοπολιτικές αναταραχές. Την περίοδο αυτή, παγιώθηκε το τραπεζικοπιστωτικό της σύστημα και αποτέλεσε χώρο συρροής και φύλαξης τεράστιων ξένων κεφαλαίων. Στους κόλπους της αναπτύχθηκαν κόμματα με φιλοφασιστικές αποχρώσεις και μάλιστα  διαφορετικά μεταξύ τους καθώς το «Γερμανικό Μέτωπο» αντιπροσώπευε τους Γερμανόφωνους Ελβετούς, η «Εθνική Ένωση» τους Γαλλόφωνους και η «Lega Nationale Ticinese» τους Ιταλόφωνους. Κανένα όμως από τα τρία δεν στάθηκε ικανό να απειλήσει την πολιτική ισορροπία της χώρας.

Κρίσεις

«Έζησα καθ΄ όλον τον πόλεμον, και είχον ηλικίαν ικανήν να κατανοώ τα γεγονότα και να παρέχω την προσοχήν μου εις αυτά δια να μάθω την ακριβή αλήθεια περί αυτών», παρατηρεί ο Θουκυδίδης στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά γεγονότα που εγράφησαν ποτέ. Κατά συνέπεια μέσα από την καταγραφή των γεγονότων που προηγήθησαν και μεσολάβησαν καθ΄ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, μόνο μια καταμέτρηση δυνάμεων, στόχων, πολιτικών, θα μπορούσε να επιχειρηθεί.

Η ανθρωπότητα έπρεπε να διχαστεί για άλλη μια φορά σε αντίπαλα στρατόπεδα. Η ανθρωπότητα έπρεπε να ζήσει ολοκληρωτικά καθεστώτα και δικτατορίες ούτως ώστε να παρακολουθήσει την απόλυτη και ειδεχθή επίθεση που αυτά εξαπέλυσαν στην ανθρώπινη ζωή και στο ανθρώπινο πνεύμα.

Τα γεγονότα ομιλούν αφ΄ εαυτών.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Βασιλειάδης Π., Νικόλαος, Χριστιανισμός και Ανθρωπισμός, Ο Σωτήρ, Αθήνα 1981.
  2. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, Τόμος 16ος, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1996.
  3. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παγκόμια Ιστορία Α΄, τόμος 23ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1992.
  4. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παύλου Δρανδάκη, Εκδόσεις Φοίνιξ, Αθήνα.
  5. Πέιν Στάνλεϊ, Η Ιστορία του Φασισμού 1914-1945, Φιλίστωρ, Αθήνα 2000.
  6. Ραιημόν, Καρτιέ, Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, Τόμος Α΄, Πάπυρος, Αθήνα.
  7. Ράπτης, Κώστας, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τόμος Β΄, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, 2000.
  8. Ρηντ, Τζων, Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμo, Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 1985.
  9. Tα Υπέρ και τα Κατά, Χίτλερ, Οι Φάκελοι Μοndadori, Εκδόσεις Φυτράκης, Αθήνα, 1972.

10. Berstein, S., Milza, P., Ιστορία της Ευρώπης, Διάσπαση και Ανοικοδόμηση της Ευρώπης, 1919 έως σήμερα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα.

11. Montemayor, G., Lo Stato Fascisto, Μοnteverdi, Μιλάνο, 1928.

  1. Shirer L. William, Η Άνοδος και η Πτώσις του Γ΄ Ράιχ, Τόμος Α΄, Εκδόσεις Ι. Δ. Αρσενίδη, Αθήνα.

[1] Η φράση του Ουίνστον Τσόρτσιλ, είναι δημοσιευμένη στον επίλογο του βιβλίου «Η ιστορία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου», Εκδόσεις Φιλολογική, Αθήνα 1962.

[2] Berstein, S., Milza, P., Ιστορία της Ευρώπης, Διάσπαση και Ανοικοδόμηση της Ευρώπης, 1919 έως σήμερα, σελ., 15 Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα.

[3] Από τον πρόλογο του Τζων Ρηντ στο βιβλίο του «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο», Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 1985.

[4] Μελετόπουλος, Ι., Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παύλος Δρανδάκης, Λήμμα Φασισμός, σελ. 853, Εκδόσεις Φοίνιξ, Αθήνα.

[5] Montemayor, G., Lo Stato Fascisto, Μοnteverdi, Μιλάνο, 1928.

[6] Η φράση του Ουίνστον Τσόρτσιλ, είναι δημοσιευμένη στον επίλογο του βιβλίου «Η ιστορία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου», Εκδόσεις Φιλολογική, Αθήνα 1962.

[7] Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, σελ. 384,  Λήμμα Γερμανία, Τόμος 16ος, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1996.

[8] Ράπτης Κώστας, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τόμος Β΄, Κεφάλαιο 21, σελ, 191, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, 2000.

[9] Πέιν Στάνλεϊ, Η Ιστορία του Φασισμού 1914-1945, σελ 260, Φιλίστωρ, Αθήνα 2000.

[10] Βασιλειάδης Π., Νικόλαος, Χριστιανισμός και Ανθρωπισμός,

[11] Καρτιέ Ραιημόν, Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, Τόμος Α΄, Πάπυρος, Αθήνα.

[12] Πέιν Στάνλεϊ, Η Ιστορία του Φασισμού 1914-1945, σελ 376, Φιλίστωρ, Αθήνα 2000.

[13] Τσουνάκος, Όθων, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 23ος, Ισπανία, σελ. 424, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.

[14] Τσουνάκος, Όθων, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 23ος, Βαλτικές Χώρες , σελ. 116, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.

[15] Πέιν, Στάνλεϋ, Η ιστορία του Φασισμού, 1914-1945, σελ 426, Φιλίστωρ, Αθήνα 2000.

[16] Γαρδίκα Κατσιαδάκη, Ελένη, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παγκόσμια Ιστορία Α΄, τόμος 23ος, Γαλλία, σελ. 191, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1992.

[17] Πέιν Στάνλεϊ, Η Ιστορία του Φασισμού 1914-1945, σελ 419, Φιλίστωρ, Αθήνα 2000.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top