skip to Main Content
Στα Άβδηρα που σφάλισαν τον νου
 
Είναι τα Άβδηρα που απόψε δεν σφάλισαν τον νου,
καθώς οι άνθρωποι έθεσαν το λίθο,
καθώς δίκασαν το χρώμα και τη φωτιά,
και ξέβρασε το αμόνι σε μακρινές αμμουδιές.
Είναι τα Άβδηρα, καθώς κήδομαι για τις ασχολίες σου αυστηρέ φιλόσοφε της Θράκης και της Δήλου,
της ταπεινής σκέψης των μαθητών σου και του στρατηλάτη.
Καθώς οι πόλεις απέκρυψαν τους ανθρώπους.
Καθώς αποκρύπτουν πολλάκις.
Έβενος τ΄ άκρα σου.
Δόγμα θείο κι εμπνευσμένο.
Δεν σε σαγηνεύουν οι ακριτομύθειες, ουδόλως οι αλκοόλες μετ΄ οξέων ή αλκαλίων.
Στις αρένες δεν πρέπει να χυθεί κι άλλο ταυρίσιο αίμα.
Φυλάξτε τους για κάθε Πασιφάη.
Είναι τα Άβδηρα καθώς…….
  
Απόβασιν εις Μαραθώναν
 
Και πάσχιζαν οι τριήρεις εις ρυθμόν αργόν να πλέουν εις Μαραθώναν εν νυκτί – μηνός ενδεκάτου.
Καθώς πολεμοχαρείς κωπηλάτες μετά κύων……. εν νυκτί μηνός ενδεκάτου.
Σκοτεινή θυμοσοφία στο βαρύ μου πέπλο.
Ανεκλάλητη επιθυμία …….η του έρωτα επιθυμία.
Παιδί εσύ, τα μάτια το προδίδουν.
Υγρή η γη, κλυδωνισμοί, σώμα που πάλλεται.
Ψυχή γιγάντια.
Κι οι κωπηλάτες να μεθοδεύουν σχέδιον, μέγαν, στρατηγικόν.
Απόβασιν εις Μαραθώναν, εν νυκτί μηνός ενδεκάτου.
Κι εσύ Ιπποκράτη, που αθέτησες τον όρκο.
Κι εγώ η νύμφη που μεταλλάσσεται.
Η μετουσίωσή μου σε πήλινες βάρκες που σέρνουν πίσω πολεμοχαρείς κωπηλάτες.
Βυθός τα μάτια σου.
Αγρίμι η φαντασία σου παιδί.
Τρί-πολοι δρόμοι που οδήγησαν σε μάταιη συνενοχή.
Ένοχος κι ένοχοι.
Ερινύες που λούονται στα υγρά νερά της Κασπίας.
Κι η απόβασιν εις Μαραθώναν – θαρρώ δε σφάλισε τον νου.
Μέγα το Σάββατον.
Κι είναι η θλίψη απ΄ την απόβασιν εις Μαραθώναν.
 
 
Ενύπνιον εις την Λαοκράτειαν…..
 
Και βάλθηκαν οι ιππείς να σέρνουν το χορό εις την Λαοκράτειαν εν έτει 1991……
Καθώς βερολινέζικα βαλς – απήγαγαν αίφνης εις ρυθμούς και τόνους εποχής Μπαρόκ.
Ήταν μια πάλη κόντρα στον πεζό αστεϊσμό των Ηλιθίων.
Και πέτυχε!
Και τώρα ετεροθαλή χαιρόμαστε την ηδονή του Κυανωπώγωνα.
Οι ποταμοί που στέρεψαν ευθύς και γέμισαν απ΄ την καλοκαιρινή μπόρα.
Οι μήτρες που απόλαυσαν την επίγεια χαρά από μισθοφόρους και τυφεκιοφόρους.
Η σονάτα παιγμένη εις κλειδοκύμβαλον.
 
Και βάλθηκαν οι ιππείς να σέρνουν το χορό εις την Λαοκράτειαν εν έτει 1992.
Το θυμάρι και το ποτισμένο χώμα.
Οι δροσοσταλίδες που χορεύουν πάνω σε ασημένιους δίσκους που σερβίρουν μονάχα, ήλιο, θάλασσα, νεκρομαντείο, ακτή, κοιλάδα, ορίζοντα.
Η αυταπάτη των υγρών διαμαντικών, καθώς η οπτική απάτη της μεγαλούπολης, στο κέντρο της ερήμου.
 
Και βάλθηκαν οι ιππείς να σέρνουν το χορό εις την Λαοκράτειαν εν έτη 1993……
Πλάτωνος Μούσα παιδική. Και καρπός γηραιός.
Ο έσχατος πόνος εις κόλπον με μικράν υποδοχήν.
Θωπεία στο κορμί σου Πλάτωνος Μούσα παιδική. Και καρπός γηραιός.
Το ζόφος και η Μούσα Πλάτωνος παιδική.
 
Και βάλθηκαν οι ιππείς να σέρνουν το χορό εις την Λαοκράτειαν εν έτει 199……
Η παραφύση μου γίνεται ένα ανακριβές αντικείμενο αληθείας.
Το πότισμα πάνω στις οπές μου.
Το τρύγισμα των καρπών καθώς ο οίνος αναβλύζει και ανακατεύεται με τα θολά νερά των υγρών παραποτάμων.
Οι κοκάλινες γέφυρες που έχτισαν οπλαρχηγοί καθώς ονειρεύονταν το αιδοίο νεαράς παρθένας.
 
Και βάλθηκαν οι ιππείς να σέρνουν το χορό εις την Λαοκράτειαν εν έτει 199 και κάτι, καθώς καθεύδουν εις Μανδραγόραν.
 
 
 Ακέφαλος όφις
 
Οι παράκτιες δυνάμεις του μυαλού μου υπόσχονται τη λύτρωση, καταποντισμένο νησί σβησμένο απ΄ το χάρτη.
Τα σύνορά μου φυλακίσθηκαν.
Οι πόρπες μου χάθηκαν.
Δεν θέλω ν΄ αφεθώ σε Διονυσιακά μυστήρια και σε διθυράμβους που άλλωστε δεν τους υπογράφει κανείς.
Για την ώρα είμαι ένας ανέμελος οδοιπόρος,
θύμα της ύπαρξής μου και της σιωπής μου.
Νιώθω τους κραδασμούς ωσάν να είναι κραδασμοί πέτρινων γεφυριών.
Αυτοκτονώ με την πένα μου, για να εμπλουτήσω τη μελάνη με αιμοσφαίρια και λίγη βλένα. Είναι μια προοπτική.
Ο καθένας θα τη ζήλευε.
Όμως για μένα η αλληγορία είναι μια ύβρις που στο κάτοπτρο εξιλεώνεται.
Πυρακτωμένη η σκέψη και τίθεται σε διαθεσιμότητα.
Το αμφίρροπο μέλλον μου……..ζωντανός οργανισμός σε νεκρό σώμα.
 
 
 Οπτική απάτη…
 
Θυμήσου τ΄ όνειρο της μοναξιάς διαβάτη
Θυμήσου το λευκό πανί που ύψωσες κατάρτι.
 
Λησμόνησε τη θλίψη σου στης ίριδας το χρώμα
Λησμόνησε και τη χαρά στο ιερό το χώμα.
 
Προσκάλεσε τη νιότη σου σε ξέφρενο μεθύσι
Συγχώρεσε την άγνωστη τη λυπημένη φύση.
 
Διέλυσε την πλάνη σου την οπτική απάτη
Κοινώνησε και με κρασί ρώτα να βρεις το κάτι.
 
Θυμήσου τ΄ όνειρο στο μουσκεμένο προσκεφάλι
Θυμήσου τη χρυσή αυγή βελούδο μαϊστράλι.
 
Λησμόνησε στο φόβο σου τον άσβεστο θυμό σου
Λησμόνησε δεσμώτη μου το γέρο εαυτό σου.
 
 
Παραμυθένιος ταξιδιώτης
 
Σιντάρτα       σαν παραμύθι ινδικό
                            σαν ξόρκι θαυμαστό
                            σαν προφητεία και χρησμός
Σιντάρτα       όνομα αποκαλυπτικό.
 
Όπλο η έννοια σου
Και ύμνος η ψυχή σου
Απόκοτη φυγή
Ολόκληρη η ζωή σου.
 
Σιντάρτα      σαν γρίφος κοσμικός
                           σαν διψασμένος αίλουρος
                           σαν κρίνος άκοπος
Σιντάρτα      ήχος συμπαντικός.
 
Όπλο και δύναμή σου
Το βάρος στο κορμί σου
Απέλπιδη φυγή
Η θαυμαστή ψυχή σου.
 
 
 
 
 
 
 
 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top