skip to Main Content

O ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ


Η μοίρα των ανθρώπων συνδέεται μακριά από τη σάρκα τους. Μονάζει εκεί που υψώνονται τα κυκλώπεια τείχη της ενόρασης, της διαμφισβήτησης, της συνειδητής αυταπάρνησης. Η μοίρα μερικών ανθρώπων καθορίζει το χώρο και το χρόνο. Η μοίρα μερικών ανθρώπων είναι ο θάνατος και η πραγμάτωση των σκοπών τους. Γιατί σκοπός της ζωής τους και …

… «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμερπεία. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχή εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσι των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της ύπαρξης μας[1]

Ο ποιητής και ο προφήτης συντροφεύουν στη μοναξία. Όταν η κηροστασία έχει κριθεί και η ψυχοστασία έχει βαρύνει στην άρνηση τότε και οι θεοί εγκαταλείπουν. Πλείστη τιμή έχει παραχωρηθεί σ’ αυτό που είναι η αλήθεια ή σ’ αυτό που δέχεται ο καθένας σαν αλήθεια. Ο προφήτης γεννιέται τη νύχτα στο μύθο και κόστος του είναι ν’ ακολουθήσει τις μοίρες του. Ζει τη μέρα με το θρύλο και σκοπός του κάνει πράξη τις ιδέες και τα ιδανικά του.

Όμως τα ιδανικά αυτά δεν είναι πάντα και η πραγματικότητα. Έτσι μπορεί να γεννηθεί ένας προφήτης μέσα από τον τυφοειδή πυρετό και την ασιτία.

Θα είναι γύρω στα 1847 όταν κοντά στο χωριό Άρμπουνα της επαρχίας Καλαβρύτων αυτός που έκανε τον κρεοπώλη, θ’ ανέβει στη ψηλή κορυφή της Γκαμήλας παραμερίζοντας τα εγκόσμια και τον περιφερόμενο μοναχισμό. Ο ιδιόρρυθμος και για πολλούς περίεργος μεσήλικας, χτίζοντας τη καλύβα της ασκητείας του στο προαναφερόμενο βουνό θα κτίσει ταυτόχρονα το θρύλο γύρω από το όνομά του.

Ο Χριστόφορος ή γνωστότερα Παπουλάκος, πελοποννήσιος μοναχός που οι πιο θετικές πηγές τον θέλουν γεννημένο στο μικρό χωριό Ἄρμπουνα τῶν Καλαβρύτων γύρω στα 1780, αυτοχρίζεται στο Μέγα Σπήλαιο και ακολουθεί το δυσδιάβατο δρόμο του μοναχισμού και της ιεροδιδασκαλίας. Γρήγορα η διδασκαλία, οι συμβουλές και τα θαύματα του τον κάνουν λαοφιλή, προσδοκία και ελπίδα για τους φτωχούς και πνευματικά άπορους της κοινωνίας του. Οι ελεημοσύνες και ο λόγος του γίνονται το παυσίλυπο και η πανάκεια.

Ο Παπουλάκος[2] περιφερόμενος από τη μία στην άλλη Πελοποννησιακή επαρχία γίνεται όλο ένα γνωστότερος και συμπαθέστερος. Η Ιερά σύνοδος το 1851 θα δώσει επίσημα άδεια να κηρύσσει. Έτσι η δράση του μετατίθεται στην Αρκαδία και Λακωνία.

Οι διδασκαλίες του, καθώς και οι εκδηλώσεις του σ’ αυτές τις περιοχές όπως κι αλλού εμπεριείχαν το χαρακτηριστικό της συγκλονιστικής εξέλιξης, αποκαλυπτικής εμπέδωσης των επιχειρημάτων του  – παρ’ ότι αμόρφωτος – της σαγήνης και αυθεντικότητας. Λέγεται ότι οι περιοδείες του καθώς και οι αφίξεις του στα διάφορα μέρη συνοδεύονταν από κωδωνοκρουσίες και ακολουθούμενους οπαδούς. Φημολογείται επίσης ότι απλοϊκές γυναίκες έφταναν στο σημείο να κόβουν κομμάτια από το ράσο του που χρησιμοποιούσαν σα φυλακτά στα μωρά παιδιά και γενικότερα στην οικογένεια τους. Οι ευλογίες του θεωρούταν σαν ασφαλείς ένδειξη της οικογενειακής ή κοινωνικής ευτυχίας. Η επίδραση του στο λαό ήταν τεράστια. Στα μέρη που δίδασκε μαθητές, δάσκαλοι καθώς και κατώτερα στρώματα του λαού σωρεύονταν να δεχτούν το λόγο του. Όμως ο ρόλος του Παπουλάκου ήταν και κοινωνικός. Κατήγγειλε την ζωοκλοπή, που βρισκόταν σε έξαρση, την αθεΐα[3] και τη μαγεία.

Η επιτυχία του έγκειται στο ότι κατάφερε την μετάνοια σ’ αυτούς που έπεφταν στα παραπάνω σφάλματα και παρατηρείται μια γενική μείωση σ’ αυτά. Στο λόγο του συνήθιζε να παραβάλει ακατάληπτες φράσεις, ασαφείς, αινιγματικές και γριφώδεις. Διασώθηκαν έτσι εκφράσεις όπως «καρότσες του διαβόλου» εννοώντας τα ατμόπλοια ή «μαξιλαράκια επί των οποίων εκάθητω ο διάβολος και εψιθύριζεν εις το αυτί λόγους αμαρτίας» εννοώντας πάλι τα τσουλούφια της μόδας και τις φαβορίτες.

Η επίδραση του ακόμη και σε τέτοια θέματα ήταν χαρακτηριστική. Όπως αναφέρεται σε έκθεση του νομάρχη Λακωνίας, σε κάποια συγκέντρωση στη Σπάρτη χωρικοί που άκουσαν αυτά έσπευσαν και γύρισαν το κεφάλι τους.

Χωρίς αμφιβολία το σημαντικότερο στην υπόθεση του Παπουλάκου είναι η απήχηση του απλοϊκού και γεμάτου αγροίκες εκφράσεις – λόγω της παχυλής του άγνοιας – κηρύγματος στα λαϊκά στρώματα. Ο κόσμος γίνεται ηθικότερος και χάρις στην ειρηνοποιό και ευσεβή διδασκαλία του περιορίζονται τα μίση, αν όχι συμβιβάζονται με την αγάπη.

Όλα αυτά συμβαίνουν όσο ο Παπουλάκος κινείται αυτόβουλα, αυθόρμητα και ικανοποιεί τις κοινωνικές ανάγκες που έκφραζε. Όταν όμως αλλάζει ο χαρακτήρας του κηρύγματος του και γίνεται ο παρανομαστής των επιδιώξεων της εταιρίας Φιλορθοδόξων[4] αλλάζει εντελώς και η αντιμετώπιση από την εξουσία. Πιστεύει δε ότι είναι προορισμένος με το πολιτικό του λόγο να επιφέρει σοβαρή κοινωνική μεταβολή στη χώρα. Επιφυλακτικά στην αρχή, τολμηρότερα αργότερα, προβαίνει με τα κηρύγματα του σε πολιτικούς υπαινιγμούς που έθιγαν το πρόσωπο του Όθωνα, τον οποίο και παρομοίαζε ως «ψωρών ερίφιον». Ανέφερε επίσης το ζήτημα του όρκου, τονίζοντας τη πολλαπλασιασμένη χρήση του στην Ελλάδα μετά την εγκατάσταση της Βασιλείας. Η χρήση του όρκου γίνονταν στα δικαστήρια, τα οποία αποκαλούσε «γυφτόσπιτα». Έτσι ο μέχρι τώρα φιλελεήμων, φιλειρηνικός, ευσεβής κήρυκας της αγάπης αντικαταστάθηκε με έναν επίδοξο επαναστάτη που στόχευε να καταστρατηγήσει το κοινωνικό Είναι της χώρας του.

Νομάρχες, τοπικές αρχές, εκκλησιαστικά όργανα τον συμβουλεύουν να συγκρατηθεί, φρούδα ελπίδα όμως κι αυτό γιατί ο Παπουλάκος από τολμηρός γίνεται τολμηρότερος. Μετά από αναφορά στην Ιερά Σύνοδο διατάσσεται να λογοδοτήσει αυτοπροσώπως, μάταια όμως μιας και ο Παπουλάκος δεν υπακούει στην πρόσκληση και εξαφανίζεται[5].

Η δράση του συνεχίζεται κατά το 1852 και δε θ’ αργήσουν οι εφημερίδες να μιλάνε για τον «οχλαγωγό» Χριστόφορο. Έτσι θα αναγκασθεί σε σιωπηρή απέλαση από την Πελοπόννησο, στις Σπέτσες[6]. Από το νησί αυτό οι θρύλοι που σωρεύονται γύρω από τον Παπουλάκο είναι ποικίλοι. Ναυτικοί σπετσιώτες, αλλά και απλοί χωριάτες πιστεύουν ότι όλες οι αρρώστιες μπορούν να θεραπευτούν όχι μονάχα από κομμάτια του ράσο του αλλά και από τρίχες του και από πέτρες που πατούσε. Άλλοι επίσης διατυμπάνιζαν ότι τον έβλεπαν στον ύπνο τους και τους έλεγε τι θα κάνουν. Ένας σπετσιώτης ισχυρίστηκε ότι ο Παπουλάκος του υπέδειξε σε όνειρο του να ανοίξει πηγάδι σε μέρος άνυδρο, και όταν το άνοιξε όντως είχε νερό. Στην Ερμιονίδα καθώς και στην Κρηνίδα παρόμοια λέγονται. Η έξαρση έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε και οι ιερείς σταμάτησαν να μνημονεύουν το όνομα του βασιλιά και μνημόνευαν το όνομα του. Εκπληκτικό παραμένει το γεγονός ότι ο Παπουλάκος κατάφερε να αναπτύξει απροσδόκητη δράση στη τραχιά και δύσπιστη Μάνη, όπου ο ζήλος του πλήθους παρέσυρε σε πλήρη συνεγερμό και μέχρι βαθμού ώστε πλήθη ανδρών, γυναικών και παιδιών, κατά χιλιάδες να παρακολουθούν τις περιοδείες του Αγίου θεωρημένου μοναχού, συνοδευόμενος τμηματικά από ενόπλους για ασφάλεια του.

Ενοχλούμενη η Ιερά Σύνοδος από τα γεγονότα και την ανυπακοή του Παπουλάκου στέλνει εγκύκλιο στις 15 Μαΐου, με το οποίο τον «λήρους ασέμνους και σκανδαλώδεις εξερευγόμενον» Χριστόφορος κατάγγειλε σαν διαστροφέα της γνήσιας διδασκαλίας του Ευαγγελίου, που παρέσυρε τους απλοϊκότερους σε πολλά άτοπα, και στους οποίους έμπνεε «ιδέας τω όντι αντιχριστιανικούς και άθεους»[7]. Το αποτέλεσμα της εγκυκλίου δεν ήταν το αναμενόμενο αλλά αντίθετα ενίσχυσε το κύρος του μοναχού και μάλλον τον διαφήμισε. Χωρίς αποτέλεσμα έμεινε επίσης και η αποστολή του ιεροκήρυκα Καλλίνικου  Καστόρχη στη Μάνη, του μετέπειτα επισκόπου Φθιώτιδας.

Ο Παπουλάκος επιχείρησε να εξεγείρει το λαό σε στάση κατά των νομίμων αρχών, εκστρατεύοντας κατά των Κάλημων με 2000 οπαδούς, μεταξύ των οποίων οι 500 ήταν ένοπλοι. Η πάλη δε μπορούσε να αμυνθεί, σώθηκε όμως με την επέμβαση του στρατού. Η Ιερά Σύνοδος με νέα εγκύκλιο στις 26 Μαΐου 1852, ζήτησε να καταστήσει σαφές ότι η ορθόδοξος πίστη στην Ελλάδα παρά τα αντίθετα διαδεδομένα, δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο και ότι ήταν ισχυρισμός λαοπλάνων ή από απλότητα πλανημένων ότι η πίστη καταδιώκεται και η Εκκλησία κινδυνεύει. Τρίτη εγκύκλιος στις 9 Ιουνίου 1852 της Ιεράς Συνόδου περιελάμβανε ότι οι διαδόσεις του Χριστόφορου για επικείμενους μεγάλους σεισμούς και καταστροφή νησιού ανησύχησε πολλούς νησιώτες (π.χ. της Αίγινας) και σε συνεχείς προσευχές για την αναστολή του κακού, στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν παρά ψευδοπροφητείες, τις οποίες ο λαός δεν έπρεπε να πιστεύει. Φυσικά οι συνοδικοί εγκύκλιοι προκάλεσαν έξαψη των οπαδών του Χριστόφορου. Διαδίδοταν τότε ότι η Σύνοδος απαγόρευσε το βάπτισμα πριν το εικοστό έτος και τη χρήση του άγιου μύρου.

Παράγγειλε τη κατάργηση των νηστειών και την καθαίρεση των εικόνων. Από την άλλη πλευρά δε, οργανώθηκαν λιτανείες και κατάρες εκτοξεύονταν εναντίον των διωκτών του μοναχού. Στις Σπέτσες για παράδειγμα και χωρίς την παρουσία του Χριστόφορου οι εκδηλώσεις υπέρ του έπαιρναν διάσταση στάσης με τελέσεις αγρυπνιών. Τα κείμενα των εκθέσεων των έπαρχων όπως αυτού της Λακωνίας περιέχουν ζωηρές εικόνες των απίστευτων λαϊκών εκδηλώσεων. Ο έπαρχος Γυθείου δε τη 14η Μαΐου 1852 έγραφε υπέρ του Παπουλάκου «Μη σας φαίνεται παράξενον διότι δεν συνελήφθη μέχρι τούδε, καθότι δεν επρόκειτο περί συλλήψεως ενός αλλά περί χιλιάδων ανδρών και γυναικών ανοήτων, μανιακώς περιφρουρούντων αυτόν, παταττομένων των κατά χωρία ιερέων και του επισκόπου Ασίνης».

Τέλος ο δήμαρχος Καρδαμύλης ανάφερε ότι «οι παρακολουθούντες τον Χριστόφορον τότε εξασχίλοι ομολογούν αναφανδόν ότι ήσαν έτοιμοι και θυσιαστούν υπέρ αυτού».

Η αντίθετη τάση του Παπουλάκου στο θέμα του Όθωνα ήταν κάτι το οποίο εξεφραζε τη δυσμένεια της κοινής γνώμης, κάτι που υπέθαλπτε βέβαια το κόμμα των ρωσοφρόνων και καλλιεργούταν συνεχώς με διαδόσεις. Κατά άλλους  βέβαια η αντιδυναστική πολιτική που εξέφραζε στα κηρύγματα του ο Παπουλάκος ήταν απόρροια της επίδρασης που δέχτηκε από τον δημοκρατικό και αντιβασιλικό Κοσμά Φλαμάτο.[8] Παράλληλα αυτή την εποχή ένοπλη στάση που εκδηλώθηκε στη Λακωνία ανησύχησε την Κυβέρνηση της Α.Μ. Η λαϊκή ένοπλη στάση είχε στήριγμα τον παλιό και αναζωγοποιηθέντα μύθο που έλεγε ότι θα συντελεστούν μεγάλα γεγονότα κατά τη συμπλήρωση των 400 ετών από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Κατά την προφητεία του Αγαθαγγέλου, το «ξανθό γένος» επόκειτο να ελευθερώσει τη Βασιλεύουσα και να διώξει τους Αγαρηνούς μέχρι τη Κόκκινη Μηλιά. Στην εκπλήρωση των πεπρωμένων αποτελούσε εμπόδιο το ότι στο βασιλικό θρόνο της Ελλάδας καθόταν βασιλιάς καθολικός, άτεκνος και είχε σύζυγο διαμαρτυρόμενη. Όπως πιστεύεται την αντιδυναστική αυτή τάση υπέθαλπτε η ρωσική πολιτική.

Όπως προαναφέραμε και παραπάνω η εταιρία των Φιλορθόδοξων ερχόταν σε αντίθεση με τα βασιλικά  συμφέροντα και όπως ήταν φυσικό με αγωγό τον Παπουλάκο στη Λακωνία βρήκε γόνιμο έδαφος. Στη Σπάρτη μαζεύτηκαν διάφοροι, κυρίως μοναχοί και κληρικοί, γεμίζοντας έτσι η πόλη στο ράσο. Συνάμα ποικίλες διαδόσεις ή φήμες κυκλοφορούν ότι Αγιορίτες καλόγεροι πουλούν σε πόλεις και χωριά μικρούς σταυρούς. Από τη πλευρά της Κυβέρνησης πάρθηκαν δραστήρια μέτρα, έτσι στη Πάτρα ο αρχηγός της Εταιρίας Φιλορθοδόξων, Φλαμάτος, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Λίγο αργότερα ακολούθησαν σαν τη τύχη του οι συνέταιροί του Μεγαλοσπηλιώτες, και κληρικοί από τη Πελοπόννησο. Σοβαρή στρατιωτική δύναμη υπό τον Γενναίο Κολοκοτρώνη[9] γιος του Θεόδωρου, στάλθηκε στη Λακωνία, με σκοπό τη σύλληψη των επικίνδυνων στοιχείων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και ο Παπουλάκος.

Ο Παπουλάκος περιπλανήθηκε στη Μάνη την εποχή αυτή, και η θερμή φιλοξενία και προστασία των Μανιατών δυσχέραιναν το έργο των στρατιωτικών. Επανειλημμένες προσπάθειες των στρατιωτικών και της χωροφυλακής, για την ενδεχόμενη σύλληψή του, αποτύχαιναν. Μανιάτες βρίσκονταν γύρω από το Παπουλάκο κι απειλούσαν με αιματοχυσία κάθε απόπειρα  σύλληψής του. Φρουρούσαν το καταφύγιό του και μετέβαλαν κάθε μετακίνησή του σε σωστή εκστρατεία. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες λοιπόν, βασιλικά στρατεύματα αντιμετωπίστηκαν εχθρικά στη Μάνη. Η σύλληψη του Παπουλάκου φαινόταν κάτι το αδύνατο, κάτι το ακατόρθωτο. Όμως και το αδύνατο και το ακατόρθωτο υποχώρησαν στο μεγάλο βάρος που έχει η λέξη προδοσία. Στον Παπαβασίλαρο από τα Λαγκάδια του δήμου Λεύκτρων δόθηκε υπόσχεση αμοιβής 6000 δραχμών με τη παράδοση του Παπουλάκου. Ο Παπαβασίλειος παίρνοντας ένα μεταμφιεσμένο χωροφύλακα στη Λακωνία πήγε στη μονή της Βοϊδανίτσας στο δήμο Καρδαμύλη, όπου ο Χριστόφορος κρυβόταν. Ο ανύποπτος μοναχός ζήτησε από τον ιερέα να φροντίσει να συγκεντρωθούν οπαδοί για ασφάλεια του στο δήμο Κολοκυνθίου, για να μπορέσει να φύγει στη Κρήτη, γιατί έβλεπε ότι η δίωξή του συνεχιζόταν. Αντί της συγκέντρωσης αυτής, σχηματίστηκε μεγάλη φρουρά από μεταμφιεσμένους χωροφύλακες, που είχαν πλαστές συστάσεις από τον επίσκοπο Ασίνης, που όμως είχε αλλάξει στάση. Με παράλληλη ενέργεια των στρατιωτικών και πολιτικών αρχών εξασφαλίστηκε η ακινητοποίηση των εκγριτοτέρων Μανιατών. Το τέχνασμα πέτυχε και στις 24 Ιουνίου 1852 η συνοδεία του Παπουλάκου εγκατέλειψε τη Μονή της Βοϊδονίτσας και κατευθύνθηκε προς τη μονή Τζέγκου του δήμου Οιτύλου, όπου παγιδεύτηκε επιτυχώς ο Παπουλάκος. Αφού συνελήφθη επιβιβάστηκε κρυφά στη γολέτα «Ματθίλδη» και μετά με το ατμόπλοιο «Όθων» μεταφέρθηκε στο Γύθειο, και τέλος κατέφθασε στον Πειραιά στις 27 Ιουνίου.  Η παρουσία των στρατιωτικών δυνάμεων στη Λακωνία εμπόδισε οποιαδήποτε εκδήλωση. Θλίψη όμως και κατήφεια ακολούθησε το νέο της σύλληψής του. Κατά τόπους υπήρξαν παντοειδής εκδηλώσεις συμπάθειας. Το μίσος των οπαδών του στράφηκε εναντίον του καταδότη του. Προτάθηκε έτσι στη Κυβέρνηση να τον διορίσει ιερέα στρατιωτικής μονάδας για να απομακρυνθεί από την περιοχή. Αλλά η πληγωμένη φιλοτιμία των Λακώνων σύντομα θεραπεύτηκε. Το συγκεντρωμένο πλήθος στις Σπέτσες, όπου πήγε το πλοίο με τον Παπαβασίλαρο, έδειξε προθέσεις άγριες. Τότε τον έσωσε η επέμβαση της στρατιωτικής φρουράς. Μετά όμως ένα χρόνο, ο Παπαβασίλαρος δολοφονήθηκε από κάποιο νεαρό.[10]

Αν η Λακωνία πένθησε για τη σύλληψη του Παπουλάκου, η Αθήνα αναστατώθηκε. Πολλοί πήγαιναν στον Πειραιά, είτε από περιέργεια, είτε από ευλάβεια για να δουν τον παράδοξο μοναχό, με το χονδροειδές ράσο, που είχε συγκλονίσει την επικράτεια. Αλλά κανείς δε μπορούσε να τον δει, γιατί φρουρούταν ισχυρά στο ατμόπλοιο «Όθων». Η τελευταία όμως δοκιμασία και το επίπονο ταξίδι τον είχαν καταβάλει. Οι γιατροί που τον εξέτασαν συνέστησαν ν΄ αποφυλακιστεί. Μετά μερικές μέρες μεταφέρθηκε στις φυλακές του Ρίου. Η κάθειρξη παρατάθηκε μέχρι τον Ιούνιο του 1853. Η προσοχή του κοινού στράφηκε προς άλλα σπουδαιότερα γεγονότα του δημόσιου βίου. Το πένθος των Λακώνων σιγά σιγά υποχώρησε. Άλλωστε η Κυβέρνηση παρέσχε αμνηστία σε πολλούς ταραξίες της περιοχής. Ο Παπουλάκος παραπέμφθηκε ενώπιον του κακουργοδικείου Αθηνών, σαν υπαίτιος στάσεως κατά του καθεστώτος. Ημέρα της δίκης ορίστηκε η 26η Ιουνίου 1853. Πλήθος κόσμου πήγε. Ο Χριστόφορος ήταν ατάραχος και τολμηρός. Σαν συνήγορο δήλωσε τον Ιησού Χριστό. Η δίκη όμως αναβλήθηκε λόγω απουσίας μαρτύρων. Ο «Αιών» έγραψε ότι «ήτο αληθώς δύσκολος δίκη τοιαύτη εις περιστάσεις ως τας παρούσας…». Πράγματι ο Κριμαϊκός πόλεμος είχε εύλογα προκαλέσει γενικό εκνευρισμό και ανησυχία, ώστε το ενδιαφέρον για τον Παπουλάκο να λείπει από το κοινό. Για να τερματιστεί όμως το θέμα, η Κυβέρνηση του απότειμε με τη Β.Δ. αμνηστία. Η Ιερά Σύνοδος τον περιόρισε στη μονή της Παναχράντου στην Άνδρο, όπου κι πέθανε ήσυχα και σχεδόν λησμονημένος στις 19 Ιανουρίου 1861.

Κατάλοιπα των ταραχών και της εξάψεως των οπαδών του δεν έλειψαν όσο ζούσε αλλά και μετά το θάνατο του. Επιχειρήθηκε μάλιστα η αγιοποίησή του.

Το αν ήταν προφήτης, άγιος ή όσιος, φιλόσοφος ή όχι είναι κάτι που μόνο εικασίες ζοφερές μπορούν να γίνουν ή να κάνει κανείς. Στο σκοταδι αυτών των εποχών δυστυχώς χάνονται για μας τους νεώτερους στοιχεία – που θα μπορούσαν να φωτίσουν κρυφές μύχιες πτυχές του κοινωνικού Εγώ και Είναι.

Θα ήταν όμως άδικο να χαρακτηρίσουμε φαινόμενο ομαδικής υστερίας την υπόθεση Παπουλάκος. Το αντικειμενικό θα ήταν να το συντάξουμε στα πλαίσια της κοινωνικής έκφρασης, των αναγκών ή πνευματικών απαιτήσεων της εποχής. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του Θ. Καΐρη. Παρόμοια δράση, παρόμοιος βίος, ίδιο τέλος.

Ο Παπουλάκος εκφράζει μία συντηρητική κοινωνική στάση που ακμάζει στο τέλος της Τουρκοκρατίας κι αναζωπυρώνει την αντίδραση στη διάδοση των νέων ιδεών, την μόρφωση, γενικά το διαφωτισμό.

Ο Μοναχός αυτός σίγουρα δεν ήταν ο Μεσσίας πριν το Χριστό, που καταμαρτύρησε την αλήθεια και πέθανε γι αυτήν.

Από τη συνέντευξη που πήρα από τον ιερομόναχο και ηγούμενο της μονής Παναχράντου στην Άνδρο, μεταφέρω αυτολεξεί μόνο τα τμήματα που ενδιαφέρει το αντικείμενο της εργασίας μου. Αυτό είναι το εξής:

«Στην Άνδρο ακόμα και σήμερα υπάρχει η ανάμνηση του Παπουλάκου και κυκλοφορούν αρκετές παραδόσεις για τις προφητείες του. Λέγεται ότι όταν τον μετέφεραν στο μοναστήρι της Παναχράντου, περνώντας από χωριό Πετρά, ζήτησε από μια γρια νερό. Εκείνη του έδειξε τη βρύση και του είπε να πιει. Τότε ο Παπουλάκος της είπε ότι το χωριό θα ερημώσει, θα το κατοικήσουν κουκουβάγιες, φίδια και συκιές. Πράγματι, σήμερα το χωριό αυτό είναι εγκαταλελειμμένο.

Ένας βοσκός, ο Γιαννακός από τα Φάλλκια, χωριό κοντά στη Μονή όπου ήταν ο Παπουλάκος, μετέφερε στη Μονή κάθε μέρα γάλα. Μια μέρα του λέει ο Παπουλάκος

« – Γιατί ήρθες Γιαννάκο, πήγαινε σπίτι σου.
– Γιατί να πάω;
– Πήγαινε γιατί η κόρη σου πεθαίνει
– Τι λες παππούλη μου;
– Πήγαινε, γιατί σήμερα πεθαίνει η μία και αύριο θα πεθάνει η άλλη».
Πράγματι έτσι έγινε.

Για το μοναστήρι της Παναχράντου είπε ότι θα είναι πλούσιο αλλά σιγά σιγά θα ερημωθεί. Όσο όμως υπάρχει έστω κι ένας μοναχός όλα θα είναι εντάξει. Όταν ερημωθεί όμως θα χαθεί το νησί. Σήμερα βρίσκεται μόνο ένας μοναχός, ο ηγούμενος Ευδόκιμος.

Το ράσο του βρίσκεται στη Κοζάνη ενώ η κάρα του στο χωριό του, τ’ Άρμπουνα Καλαβρύτων, όπου στις 12 Ιανουαρίου γιορτάζουν τη μνήμη του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.  Άννινος Μπάμπης:  Παπουλάκος, Ιστορικά σημειώματα
2.  Δουκάκης Δημ.: Η δράσις του Χριστόφορου Παπουλάκη.- Ιερός Σύνδεσμος Θ’, 1914 φ.216-219
3.  Εφημερίδα «Αθηνά».- 1950-1953
4.  Εφημερίδα «Αιών».- 1950-1953
5.  Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια
6.  Καστόρχης Καλλίνικος: Πιστή συλλογή των κατά την Πελοποννήσου και Μάνην ουσιωδέστερων πράξεων του αγύρτου Χριστόφορου Παπουλάκη.- Ιερός Σύνδεσμος Η’,1913 γ. 189
7.  Κολοκοτρώνης Γεναίος: Απομνημονεύματα.- Αθήνα, 1961 σ.93-97
8.  Κυριακού Δημήτρη: Άνδρος-Ιστορία και πολιτισμός.- σ. 147-148
9.  Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Δρανδράκη
10.Μπαστιά Κωστή: Παπουλάκος.- Ζ’ εκδ.- 1984
11.Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό.- Εκδοτική Αθηνών
12.Παπαδόπουλος, Χρυσ.: Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος.- Α’ Αθήνα, 1920 σ. 387-391
13.Σαρδελής Κων/νος: Χριστόφορος Παπουλάκος και Κοσμάς Φλαμάτος (ποιήμα για τον Παπουλάκο).
14.Σαρδέλης Κων/νος: Χριστόφορος Παπουλάκος και Κοσμάς Φλαμάτος (Ζωή, δράση Φλαμάτου)



 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΑΔΡΕΑΣ: ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, τριαντάφυλλα στο παράθυρο, σελ. 50.-1935
[2] Το όνομα ή καλύτερα το ψευδώνυμο Παπουλάκος του το έδωσε ο λαός. Ίσως ορμώμενοι απ’ την ανάμνηση του Ευγένιου – μοναχού με παρόμοια δράση του Χριστόφορου – αλλά και απ’ το γεγονός του σεβάσμιου παρουσιαστικού του. Ο Παπουλάκος εβδομηντάχρονος πια, κοντός στο ανάστημα, στιβαρός και ακμαίος όμως είχε μία τεράστια λευκή γενειάδα. Ο λόγος του ήταν στεντόριος, νεανικός, έμπείρος, πειστικός, εύρωστος. Αυτά τα χαρακτηριστικά του έδωσαν αυτό το παρατσούκλι.
[3] Ίσως παρορμούμενος απ’ την προσωπική του εμπειρία και το γεγονός ότι ήταν αμόρφωτος, καυτηρίαζε τους γονείς που έστελναν τα παιδιά τους για ανώτερη μόρφωση – πέρα δηλαδή απ’ την συμβατική – κι αυτό διότι τη θεωρούσε ως πηγή κακού και αθεΐας. Ας θυμηθούμε το λόγο του Κοσμά Αιτωλού, ας τον αντιπαραβάλουμε κι ας κρίνουμε μόνοι «…Γκρεμίστε τις εκκλησίες και χτίστε σχολία…».
[4] Η εταιρία Φιλορθοδόξων ιδρύθηκε το 1833, με τη πρωτοβουλία του πρεσβευτή της Ρωσίας Κατακάζυ, με σκοπό να καταπολεμήσει το χωρισμό της Ελληνικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο και τη δίωξη του καλογερισμού από τον Όθωνα και πραγματικά να εξαφανίσει την αγγλική επιρροή ή να δημιουργήσει τη λαϊκή πίεση για μια προσέγγιση της Οθωμανικής πολιτικής προς την Ορθόδοξη Ρωσία. Έτσι το κήρυγμα του πήρε ταυτόχρονα έντονο αντιδυναστικό, αντισυνοδικό και αντιαγγλικό χαρακτήρα.
[5] Απ’ την εγκύκλιο «Προς τον κατά την Λακωνίαν ιερόν κλήρον και πάντα τον ευσεβή και περιούσιον αυτής Λαόν»
«… Ο μοναχός Χριστόφορος, προσκληθείς υπό της Συνόδου της επιτετραμμένης εις μέριμναν και επισκοπήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, από του παρελθόντος Οκτωβρίου μηνός ευμενώς παν  δώση λόγον περί της διδασκαλίας του, ηπείθησε και ου καταδέξατο ελθείν, αλλά το γήρας και τον χειμώνα προφασιζόμενος, απήλθεν εις το ησυχαστήριον αυτού…». «… Τούτων περιελθόντων εις την ακοήν της Συνόδοου, προσεκάλεσε και αυθίς αυτόν να παρουσιασθεί εις την Σύνοδον προς απολογίαν° αλλ’ αυτός ου μόνον και πάλιν ηπείθησεν, αλλά και εις ατόπους φλυαρίας εξεταχηλίσθη, απ’ εναντίας της ρητής εντολής του Θεού…»
[6] Κατά τη διαμονή του Παπουλάκου στις Σπέτσες στάλθηκε από τη κυβέρνηση της Α.Μ. προκήρυξη που καταδικάζει τη δράση του Παπουλάκου και απειλεί με νομοθετική καταδίκη τους οπαδούς τους. ΜΠΑΜΠΗΣ ΑΝΝΙΝΟΣ: ΠΑΠΟΥΛΑΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, σελ. 81-82.
[7] ΣΤ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Συλλογή Εγκυκλίων, σελ. 377 κ. εγ.
[8] ΚΩΝ/ΝΟΣ ΣΑΡΔΕΛΗΣ «Χριστόφορος Παπουλάκος και Κοσμάς Φλαμάτος».
[9] Στις 30 Μαΐου καταπλέει στρατός στο λιμάνι του Άϊ Δημήτρη με τη κορβέτα Αμαλία και 4 ακόμη πολεμικά πλοία με ολόκληρο το εκστρατευτικό σώμα και επικεφαλή τον Γενναίο Κολοκοτρώνη.
[10] Οι εφημερίδες έγραψαν ότι ο πατέρας του ιερέα έδωσε δύο τάλιρα στο παιδί που του είπε τα ευχάριστα νέα αλλά προστίθεται ότι αφού εκδικούταν την οικογενειακή του τιμή, γιατί ο Παπαβασίλαρος είχε βιάσει την αδελφή του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top