skip to Main Content

Ο Έρνστ Χάινριχ Φίλιπ Άουγκουστ Χέκελ (Ernst Heinrich Philipp August Haeckel 16 Φεβρουαρίου 1834 – 9 Αυγούστου 1919),[1] γράφεται και φον Χέκελ (von Haeckel),  διαπρεπής Γερμανός βιολόγος, φυσιοδίφης, φιλόσοφος, φυσικός, και καλλιτέχνης, ο οποίος ανακάλυψε, περιέγραψε και ονόμασε χιλιάδες νέα είδη, χαρτογράφησε ένα γενεαλογικό δέντρο σχετίζοντας όλες τις μορφές ζωής και εισήγαγε πολλούς νέους όρους στην βιολογία, όπως φύλο, φυλογένεση, οικολογία και το βασίλειο Πρώτιστα. Ο Χέκελ προήγαγε και εκλαΐκευσε το έργο του Κάρολου Δαρβίνου στην Γερμανία και ανέπτυξε την αμφιλεγόμενη θεωρία της ανακεφαλαίωσης (recapitulation theory) ισχυριζόμενος ότι η βιολογική ανάπτυξη ενός οργανισμού είναι παράλληλη και συνοψίζει ολόκληρη την εξελικτική ανάπτυξη του είδους, την φυλογένεση.

Το δημοσιευμένο καλλιτεχνικό έργο του Χέκελ περιλαμβάνει πάνω από 100 λεπτομερείς πολύχρωμες εικονογραφήσεις ζώων και θαλάσσιων πλασμάτων (Kunstformen der Natur, Καλλιτεχνικές μορφές της φύσης). Ως φιλόσοφος ο Ερνστ Χέκελ έγραψε το έργο Die Welträtsel (Το αίνιγμα του κόσμου) και το έργο Freie Wissenschaft und freie Lehre (Ελευθερία στην Επιστήμη και την Διδασκαλία)[2] για να υποστηρίξει την διδασκαλία της εξέλιξης.

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ SITE www.24grammata.com

Το συγκεκριμένο σπανιότατο βιβλίο ανήκει στην προσωπική βιβλιοθήκη του ποιητή Γιώργου Πρίμπα, ψηφιοποιήθηκε και προλογίζεται από τον ίδιο

«Αι εν τη επιγνώσει του αιθέρος πρόοδοι αύται αποτελούν μέγιστον όφελος διά την μονιστικήν φιλοσοφίαν. Πράγματι, δι’ αυτών αι πεπλανημέναι υποθέσεις περί του κενού διαστήματος και της εξ αποστάσεως ενεργείας των σωμάτων ανηρέθησαν. Το άπειρον διάστημα του σύμπαντος, μολονότι τα βαρύτοντα άτομα, η σταθμητή ύλη, δεν καταλαμβάνουν αυτό εξ ολοκλήρου, διατελεί πεπληρωμένον υπό του αιθέρος. Η επίγνωσις του χρόνου και του διαστήματος έσται πάν άλλο ή προ αιώνος ή υπό του Kant διδαχθείσα. Το κριτικόν σύστημα του μεγάλου φιλοσόφου του Καίνιξβεργ υποδεικνύει εν τη περιπτώσει ταύτη, ως εν τη θεολογική εξηγήσει του ωργανομένου κόσμου και εν τη μεταφυσική αυτού, δογματικήν αδυναμίαν, την οποίαν δικαιούμεθα να ανορθώσωμεν. Μάλιστα, η θεωρία του αιθέρος, λαμβανομένου ως βάσεως πίστεως, δύναται να παράσχη ημίν ορθολογικόν τι σχήμα της πίστεως, εάν αντιτάττουν εις τον παγκόσμιον και κινητόν αιθέρα, την δημιουργικήν ταύτην θεότητα, την αδρανή και βαρείαν μάζαν, την ύλην ταύτην της δημιουργίας

Οφείλουμε από την αρχή να τονίσουμε ότι το εν λόγω πολύ σημαντικό βιβλίο γράφτηκε το 19ο αιώνα, ήτοι πολύ πριν την οριστική εγκατάλειψη της ιδέας του αιθέρα. Του αιθέρα που θεωρείτο ως μια ουσία που πληρούσε το σύνολο του κόσμου και για την ύπαρξη της οποίας είχαν γίνει πολλά πειράματα, και όλα αποτυχημένα, για να ανακαλυφθεί. Το γιατί όμως έψαχναν, όλοι οι τότε επιστήμονες, για μιαν τέτοιαν ουσία και γιατί πίστευαν τόσο πολύ στην ύπαρξή της, ώστε να φτάσει ο Ernest Haeckel να αναφερθεί στην ανάγκη ύπαρξής του αιθέρα ακόμα και αν αυτό δεν εξηγούνταν επιστημονικά, αλλά αποτελούσε προϊόν πίστεως, είναι αυτό που εν συντομία θα δούμε παρακάτω.

Ας πάμε για λίγο πίσω στους προσωκρατικούς και συγκεκριμένα στον Ελεάτη Παρμενίδη. Η αλήθεια είναι ότι, τελικά, όσο απλοϊκά και αν οι αρχαίοι αυτοί Έλληνες, στο σύνολό τους μονιστές, φιλόσοφοι μίλησαν, δεν υπάρχει ούτε ένας από αυτούς που, στα φιλοσοφικά του συστήματα, να μην περιέχει από ψήγματα αλήθειας μέχρι πορίσματα για την ορθότητα των οποίων έπρεπε να περιμένουμε μέχρι τον 20ο αιώνα, για να δούμε τις αποδείξεις.

Όσο παράξενο, για παράδειγμα, και αν ακούγεται το φιλοσοφικό σύστημα του Παρμενίδη, η ιδέα ότι για να μπορεί ο κόσμος μας να είναι μονιστικός πρέπει το «μη όν» να μην υπάρχει, είναι δική του και πέρα για πέρα αληθινή!

Κάπου δυο χιλιάδες χρόνια αργότερα ο Newton διατύπωνε τη θεωρία του, για το φυσικό κόσμο, κεντρικό σημείο της οποίας ήταν ότι μέσα σε ένα «απόλυτα κενό σύμπαν» κυκλοφορούσαν σωματίδια / σφαιρίδια τα οποία ασκούσανε από απόσταση δυνάμεις το ένα στο άλλο. Το εν λόγω σύστημα, το οποίο ερμήνευε πάντως πολλά από τα φαινόμενα και κυρίως τις κινήσεις των πλανητών, ήταν τέτοιο ώστε η ύπαρξη Θεού (όχι απλά ως δημιουργού αλλά και ως διαρκώς παρεμβαίνων στο δημιούργημά του) να είναι αναπόδραστη! Ένας Θεός που χώρος του ήταν το απόλυτο κενό και η ύπαρξή του αποδεικνυόταν από το γεγονός της, ως δια μαγείας και μέσω του κενού, άσκησης των δυνάμεων του ενός σώματος στο άλλο. Διότι πως αλλιώς θα μπορούσε να «ξέρει» το κάθε σωματίδιο την ύπαρξη του όποιου άλλου για να του ασκήσει δύναμη;

Όταν ανακαλύφθηκε η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, μια μορφή της οποίας είναι και το ορατό φως, και εξ αιτίας του γεγονότος ότι είχε κυματικό χαρακτήρα, και με βάση τις τότε αντιλήψεις, ότι δηλαδή ένα κύμα έπρεπε να διαδίδεται μόνο μέσω κάποιου «υλικού μέσου», εισήχθη η έννοια του αιθέρα ως εκείνο το υλικό μέσο (η σύσταση του οποίου ήταν προς ανακάλυψη) που χρειαζόταν η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, για να μπορεί να διαδοθεί.

Ταυτόχρονα δε, επειδή η εξέλιξη των ιδεών και οι ανακαλύψεις των υπόλοιπων επιστημών (και κυρίως στις: βιολογία, γεωλογία, ανθρωπολογία και ιατρική) έδειχναν ότι η ύπαρξη και η εξέλιξη του κόσμου γύρω μας δεν ταιριάζει με τις όποιες ιερές γραφές, γινόταν σαφές ότι ο αιθέρας, και ανεξάρτητα από το ότι δεν υπήρχε κάποιο πειραματικό δεδομένο που να δικαιολογεί την ύπαρξή του, προσέφερε εκείνο ακριβώς που χρειαζόταν η φυσική για να απεμπλακεί από το Newton και το απόλυτο κενό του μέσα στο οποίο κυκλοφορούσαν τα σωματίδια / σφαιρίδια. Ο αιθέρας δηλαδή ήταν το απαραίτητο υλικό (συνεχές) υπόβαθρο ενός κόσμου που στεκόταν μόνος του χωρίς την ανάγκη ύπαρξης Θεού και Δημιουργού αλλά και συνεχώς παρεμβαίνοντα σε αυτόν.

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου, όμως, τα πειράματα του Albert Mickelson και η διατύπωση της θεωρίας της σχετικότητας του Einstein έθεσαν για πάντα στο περιθώριο την ιδέα του αιθέρα και ταυτόχρονα απέδειξαν ότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία δεν το χρειάζεται για να διαδοθεί. Ένας λοιπόν κόσμος σωματιδίων να κινούνται στο απόλυτα κενό υπόβαθρο; Όχι βέβαια! Τα πειραματικά δεδομένα απαιτούσαν μια ριζική αλλαγή της κλασικής φυσικής. Μιας αλλαγής που η σχετικότητα δε μπορούσε από μόνη της. Τα πειραματικά δεδομένα ερμηνεύτηκαν από την κβαντομηχανική που αποτελούν μαζί με τη σχετικότητα, μέχρι και σήμερα, την καλύτερη δυνατή ερμηνεία του κόσμου. Ένα από τα σημεία κλειδιά της κβαντομηχανικής είναι ότι απαιτεί να μην υπάρχει αυτό που λέμε κενό! Αυτό που νομίζουμε ως κενό δεν είναι παρά ένας χώρος διαρκούς δημιουργίας και αφανισμού σωματιδίων. Αυτό επίσης που νομίζουμε ως δύναμη δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της ανταλλαγής σωματιδίων (φορέων της αλληλεπίδρασης) μεταξύ των σωματιδίων που αλληλεπιδρούν και φυσικά η λέξη «δύναμη» δε μπορεί παρά να αλλαχθεί από μια καταλληλότερη να περιγράψει τον κόσμο, την «αλληλεπίδραση».

Ας κλείσουμε λοιπόν σκεπτόμενοι ότι «η ανυπαρξία του μη όντος» έγινε «αιθέρας» και οι ιδέες πίσω από αυτά να δικαιώνονται από την κβαντομηχανική σε έναν κόσμο που η ύπαρξή του και η λειτουργία του δε συνεπάγονται αναγκαστικά και την ύπαρξη Δημιουργού.

Ανατρέξτε στην ψηφιακή μας βιβλιοθήκη αν θέλετε να αναζητήσετε το

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top